η συντακτική ομάδα του nomikithess.gr καταγγέλλει τη διακοπή της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων
Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Αξία του Διεθνούς Δικαίου και η Σημασία της Σύγχρονης Διδασκαλίας του. Του Δημήτρη Κούρτη (μέρος 1ο)

ΜΕΡΟΣ 1ο

1. Η Προέλευση του Διεθνούς Δικαίου

Παρά τις όποιες μεθοδολογικές ενστάσεις, η πρώτη –έστω σχηματική– διαμόρφωση της έννοιας του διεθνούς καθεστώτος, απαντά ήδη στη περίοδο της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας. H έννοια, βέβαια, του Διεθνούς Δικαίου είναι συμφυής προς εκείνη του διεθνούς καθεστώτος, διαλαμβάνει δε τέτοιους κανόνες (π.χ. τον απαγορευτικό των εχθροπραξιών κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, στην αρχαιότητα), οι οποίοι θεωρούνται ότι δομούν και συνέχουν το πρώτο τούτο (φερ’ ειπείν το ‘καθεστώς της εκεχειρίας’ στο ως άνω παράδειγμα, μεταξύ των ελληνίδων πόλεων).

Κι αν όμως η προϊστορία του Διεθνούς εντοπίζεται στην ελληνική αρχαιότητα (κι ακόμη παλαιότερα, στα ‘σύμβολα’, ήτοι συνθήκες των διαφόρων λαών της Μεσοποταμίας και Ασσυρίας), η ιδεολογική θεμελίωση των αρχετυπικών αυτών εκφάνσεών του ανάγεται στα έργα περιφανών στοχαστών, όπως ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Γοργίας και ο Θουκυδίδης. Η γενέθλια, ωστόσο, στιγμή του Διεθνούς Δικαίου, ή αυτού του δικαιϊκού κλάδου τον οποίον αποκαλούμε σήμερα ‘Διεθνές Δίκαιο’, τοποθετείται αρκετούς αιώνες αργότερα, συγκεκριμένα δε κατά την περίοδο των Μεγάλων Ανακαλύψεων. Τότε, άλλωστε, για πρώτη φορά έγινε λόγος περί του ‘Δικαίου των Εθνών’, το πρώτο δε θεωρητικό του εφαλτήριο υπήρξε το Πανεπιστήμιο (και η ομώνυμη σχολή σκέψης) της Σαλαμάνκα. 
 
Ειδικότερα ο τελευταίος τούτος όρος (‘Law of Nations’, ‘Droit des gens’, ‘lkerrecht) έλκει την καταγωγή του εκ του Ρωμαϊκού ‘Ius Gentium’, το οποίο κατά τις Εισηγήσεις του Γαΐου συνιστά το σύστημα εκείνο των κανόνων δικαίου τους οποίους εγκαθιδρύει ο Ορθός Λόγος, εκ τούτου δε επιβάλλονται στο σύνολο της ανθρωπότητας, εις τρόπον ώστε οι ρηθέντες κανόνες να είναι κοινοί για όλα τα έθνη της υφηλίου και να τηρούνται ομοιόμορφα εκ μέρους αυτών, καταλαμβάνοντας αυτοδύναμα τμήμα της ρυθμιστέας βιοτικής ύλης και στην εσωτερική όψη έκαστης δικαιοταξίας.

(Dig 1.1.9, Gai Inst 1.2.1): (De iure civili et naturali) (…) [Q]uod vero naturalis ratio inter omnes homines constituit, id apud omnes populos peraeque custoditur vocaturque ius gentium, quasi quo iure omnes gentes utuntur. Populus itaque Romanus partim suo proprio, partim communi omnium hominum iure utitur. Quae singula qualia sint, suis locis proponemus.
 
Η κρίσιμη για την ίδια την οντολογία του ‘Δικαίου των Εθνών’ χρονική στιγμή δεν ήταν άλλη από εκείνη κατά την οποία παρέστη –το πρώτον– ανάγκη δικαιολόγησης της έγερσης ενός πολέμου και της κατάκτησης μίας ηπείρου, ενός Νέου Κόσμου. Ο πρώτος, λοιπόν, κανόνας τον οποίον δια του Ορθού Λόγου (Recta Ratio) εισέφερε το Διεθνές Δίκαιο στον νομικό πολιτισμό της ανθρωπότητας δεν ήταν άλλος παρά το καλούμενο ‘jus communicationis’, το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης προσώπων και εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων πολιτειών και δια μέσου της ανοικτής θάλασσας. Εάν ένα έθνος παραβιάσει τον κανόνα τούτο, έρχεται αντιμέτωπο με την ανάλογη κύρωση, η οποία βάση της αρχής της αυτοβοήθειας, η οποία κρατεί ακόμη (mutatis mutandis) στο Διεθνές Δίκαιο, επιβάλλεται και εκτελείται από το ζημιωθέν κυρίαρχο κράτος, βάσει των συναφών περί κυρωτικών μηχανισμών ρυθμίσεων κι αρχών, όπως εκείνες κρατούν σε δεδομένο χρόνο στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. 
 
Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να αποτελεί απλά και μόνον δογματικό περικάλυμμα για την έγερση πολέμου και τη δικαιολόγηση της κατάκτησης, αλλά συνιστά κάτι aliud ή (έστω) κάτι maius· μέσω αυτής για πρώτη φορά το Δίκαιο το οποίο διείπε (και εξακολουθεί να διέπει) τις σχέσεις, αναχώρησε από τη θεολογική δικαιολόγηση των επιβαλλόμενων στις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων πολιτειών κανόνων και προσχώρησε σε μία ορθολογικά και φύσει δικαιϊκή ανάλυση του διεθνο-νομικού φαινομένου. Στο ίδιος μήκος κύματος μερικούς αιώνες αργότερα, θεωρητικοί με βαθιά νομική και θεολογική παιδεία, όπως ο Hugo Grotius και ο Emmerich De Vattel, συγκέρασαν σχήματα και αρχές του εσωτερικού συστήματος αξιοποιώντας την εμπειρία της διεθνούς διπλωματίας και αποβλέποντας στη θεμελίωση ενός αποτελεσματικού συστήματος για τη διαρρύθμιση των διακρατικών σχέσεων. Οι διαπρεπείς τούτοι επιστήμονες, συγκεράζοντας τη θετικιστική παράδοση του εσωτερικού Δικαίου με τις φυσικοδικαϊκές ενατενίσεις της Σχολή της Σαλαμάνκα. Έτσι διάνοιξαν τις οδούς επί των οποίων βάδισε κι εξακολουθεί να βαδίζει η επιστήμη του κλάδου, έθεσαν δε για πρώτη φορά με επιτακτικό τρόπο τα ερωτήματα και τις συναφείς προβληματικές (υποκείμενα, πηγές, εκτελεστότητα, ευθύνη, ιεραρχία), οι οποίες έως την νυν και τα επέκεινα εξακολουθούν (και θα εξακολουθούν) να ταλανίζουν τη θεωρία και πράξη του Διεθνούς Δικαίου.

Παρά το γεγονός ότι η στη μετέπειτα ιστορική του εξέλιξη το Διεθνές Δίκαιο γνώρισε μεγάλη άνθηση και καλλιέργεια, είναι βέβαιο πως συνεισφορές όπως εκείνες του Hugo Grotius και του Emmerich de Vattel παραμένουν κομβικές. Σε άμεσο και διηνεκή διάλογο με τη θεωρία και τη φιλοσοφία του Δικαίου, αλλά και με τις περισσότερες εκ των ανθρωπιστικών επιστημών, οι δύο μεγάλοι τούτοι άνδρες της Επιστήμης άρθρωσαν (όχι e nihilo, αλλά σίγουρα e principio) ένα συνεκτικό πλαίσιο ανάπτυξης του Διεθνούς Δικαίου εισάγοντας και μελετώντας έννοιες, έκπαλαι γνωστές στη σφαίρα το Ρωμαϊκού Δικαίου (τότε εσωτερικού Δικαίου των περισσοτέρων πολιτειών). Ακόμη και σήμερα, οι μελετητές του Διεθνούς Δικαίου χρησιμοποιούν concepta επεξεργασμένα κατά την ως άνω πρώτη περίοδο εξέλιξης της γραμματείας του κλάδου· κάνουν δε (όπως και οι Θεμελιωτές) λόγο περί ‘υποχρέωσης/ενοχής’ (obligatio), ‘υπόσχεσης’ (promissum), ‘συμβατικού δεσμού’ (vinculum contractorium, pactum, contractus) και ‘τήρησης των συμπεφωνημένων’ (‘pacta sunt servanda’), ‘εθίμου’ (consuetudo), ‘κοινής βούλησης των συμβαλλομένων μερών’ (voluntas mutua contractantum), η οποία δυνατόν να θέσει κανόνες μεταξύ αυτών (Jus Voluntarium), ‘καλή πίστης’ (bona fides), ‘γενικών δικαιϊκών αρχών’ (principia juris gentium) αλλά και του Ορθού Λόγου (Recta Ratio), ως ουσιαστικής δικαιϊκής πηγής. 
 
Εν προκειμένω, είναι αναγκαίο να υπομνησθεί ότι επί μακρόν –και τουλάχιστον έως και τις αρχές του 20ου αιώνα– η επιστήμη του Διεθνούς Δικαίου ουδόλως απέρριπτε ή διέκειτο εχθρικά έναντι της έννοιας ‘Φυσικού Δικαίου’ (Jus Naturæ, Jus Necessarium), ως θεμελίου λίθου για την σταδιακή συνάρθρωση μίας ‘μεγάλης κοινοπολιτείας (sic) των εθνών’ (civitas maxima gentium). Άλλωστε, το δόγμα του Διεθνούς Δικαίου υπήρξε μία από τις πρώτες απόπειρες εισαγωγής της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης του νομικού φαινομένου σε ένα πλαίσιο φύσει μη ανθρωποκεντρικό. Στην περίοδο της ‘ανακάλυψης’ (δημιουργίας) του κλάδου, το ζητούμενο (πρωτίστως για τους Ισπανούς βασιλείς, οι οποίοι επιθυμούσαν να δικαιολογήσουν την εισβολή και κατάληψη των εδαφών του Νέου Κόσμου, αλλά και τη σφαγή των υστερούντων σε πολεμική τεχνογνωσία ιθαγενών), δεν ήταν ασφαλώς η εξύψωση του ατόμου και της εγγενούς του αξίας σε μέτρο του δικαιϊκού συστήματος το οποίο θα διακανόνιζε τα περί πολέμου δίκαια των κυριάρχων. 
 
Τουναντίον, αυτό που ήταν αναγκαίο για την πολιτική εξουσία ήταν ένα δικαιολογητικό υπόβαθρο για τη δράση της, υπό την επιρροή των αρχών του χριστιανισμού, βάσει των οποίων είχε ήδη γίνει δεκτό ότι ουδείς πόλεμος είναι δίκαιος –κι άρα επιτρεπτός– παρ’ εκτός εάν εδράζεται σε ένα νόμιμο (εξωνομικό, προνομικό) αίτιο, του οποίο η έννομη λύση (προσφυγή στη βία) συνιστά το αναπότρεπτο αιτιατό. Η θεωρία του ‘δικαίου πολέμου’ ανάγκασε τους πρώτους θεωρητικούς να αναζητήσουν μία νέα νομιμοποιητική βάση, η οποία θα ‘δικαίωνε’ την προσφυγή στα όπλα και την κατάκτηση. Μια τέτοια αρχή οδήγησε στη θεμελίωση του στερεώματος του Διεθνούς Δικαίου, ενός κλάδου σε ανοικτό κι ευθύ διάλογο με τα διεθνή τεκταινόμενα, το εσωτερικό νομικό σύστημα και την ίδια τη φιλοσοφία, ως επιστήμη των επιστημών κατά τον Πλάτωνα.

2. Η Εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου: Η ‘Εσωτερική Αναλογία’

Μία από τις βασικές μεθοδολογικές αρχές επεξεργασίας κι εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου ήδη από την εποχή των Μεγάλων Πατέρων της Επιστήμης (de Vitoria, Suárez, Grotius, De Vattel) υπήρξε η καλούμενη ‘αναλογία του εσωτερικού Δικαίου’ (municipal or domestic Law analogy). H ιδέα είναι απλή και συνέβαλλε για μεγάλο χρονικό διάστημα στον εμπλουτισμό του οπλοστασίου του Διεθνούς Δικαίου με ήδη επεξεργασμένους θεσμούς, κανόνες κι αρχές. 
 
Για τους θετικιστές, οι οποίοι προτάσσουν τη βούληση του κράτους, η αναλογία δικαιολογείται καθώς οδηγεί στην υιοθέτηση θεσμών οι οποίοι μέσα από την θέσπιση κι εφαρμογή τους in foro domestico (και ιδία την κοινότητα των εννόμων λύσεων μεταξύ των επιμέρους κυριάρχων πολιτειών), έχουν ήδη τύχει της συναινέσεως των κρατών ως πρωτογενών υποκειμένων της διεθνούς τάξης. Για τους οπαδούς της γκροτιανής παράδοσης (οι οποίοι και προσχωρούν στην υπεροχή του Δικαίου έναντι της κρατικής βούλησης, κι αποδέχονται ότι αυτή δεν είναι ούτε παντοδύναμη ούτε αχαλιναγώγητη), το σχήμα της αναλογίας αποδεικνύει ότι στον πυρήνα κάθε δικαιϊκού συστήματος ευρίσκεται ένα minimum αρχών κοινών για το σύνολο της ανθρωπότητας, των οποίων η προέλευση ανάγεται σε μία ύπατη αρχή (τον Ορθό Λόγο) και δικαιολογεί την αναγνώριση ενός κανονιστικού συνόλου με υπέρτερη και ακατανίκητη ισχύ, το οποίο συνέχει και διαπερνά κάθετα τόσο το εσωτερικό όσο και το διεθνές νομικό σύστημα. Ταυτόχρονα, αμφότερα τα ρεύματα σκέψης αποδέχονται τη σημασία της αναλογία για την κάλυψη των κενών της ρυθμιστικής εμβέλειας του Διεθνούς Δικαίου (non licet, lacunæ) και την περιοδική επικαιροποίηση των θεσμών του με σκοπό την αντιμετώπιση των αναγκών της διεθνούς πραγματικότητας, η οποία εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς.

Όταν επιλέγει κανείς, μέσα από μία σύντομη επισκόπηση της εξελικτικής διαμόρφωσης του Διεθνούς Δικαίου, να εξετάσει, loco primo, την ‘αναλογία’ μοιάζει να προδίδει την ίδια την επιστήμη την οποίαν υπηρετεί. Είναι, όμως, αληθής ένας τέτοιος αφορισμός; Η απάντηση ασφαλώς τυγχάνει αποφατική. Στην πραγματικότητα το επιχείρημα της εσωτερικής αναλογίας αποτελεί έναν πρώτης τάξεως τρόπο ανασκευής του συνόλου των επιχειρημάτων, τα οποία (κατά καιρούς) προτείνονται εναντίον του Διεθνούς Δικαίου, και τα οποία αποτελούν κάποτε το όχημα για τον θεωρητικό ή πρακτικό παραγκωνισμό του κλάδου.
Πριν εξετάσει κανείς τα τελευταία τούτα, μερικές ακόμη γραμμές πρέπει να αφιερωθούν στη ρηθείσα αναλογία. Η αναλογία για τον νομικό αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα μεθοδολογικά εργαλεία προκειμένου να οδηγηθεί στη συναγωγή μίας έννομης λύσης, όταν το κείμενο Δίκαιο δεν δίδει ευθέως απάντηση στο πραγματικό ζήτημα του οποίου σκοπείται η υπαγωγή· έτσι ο επιστήμονας αναζητεί έναν κανόνα ή και μία γενική δικαιϊκή αρχή, εν τέλει ένα υφιστάμενο κανονιστικό σχήμα το οποίο προορίζεται –κατά τη βούληση του νομοθέτη– να διαρρυθμίσει βιοτικές καταστάσεις που παρουσιάζουν ουσιώδη ομοιότητα με την εκάστοτε κρίσιμη. Στην περίπτωση της εσωτερικής αναλογίας, η άρθρωση του νομικού συλλογισμού παραλλάσσει ελαφρώς. Η βάση για την κινητοποίηση της αναλογίας είναι η αποδοχή της κανονιστικότητας του Διεθνούς Δικαίου. Εφ’ όσον τούτο, παρόμοια με το εσωτερικό δίκαιο, φέρει κανονιστικά χαρακτηριστικά τέτοια τα οποία να επιφέρουν τον ‘δικαιϊκό’ του χαρακτηρισμό, επιτρέπεται η αναγωγή στην εσωτερική σφαίρα των επιμέρους εννόμων τάξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένας κανόνας, θεσμός ή αρχή υιοθετείται εκ της πλειονότητας αυτών κι εάν η ‘μεταφύτευσή’ του στο διεθνές πεδίο δικαιολογείται κατόπιν επισκόπησης της κοινωνικής αναγκαιότητας η οποία και δημιούργησε το πρώτον την ανάγκη πορισμού του κρισίμου κανόνα (θεσμού ή αρχής κλπ.). 
 
Για παράδειγμα, στο Δίκαιο των Κυριαρχικών (Εδαφικών) Τίτλων η επιρροή της αναλογίας είναι πασίδηλη. Σε αντιστοιχία προς τις λύσεις του εσωτερικού Δικαίου, κοινές για το σύνολο των πεπολιτισμένων εθνών (για να δανεισθούμε την ορολογία του Αρθρ. 38§1(γ) Καταστατικού Διεθν. Δικαστηρίου), γίνεται λόγος περί κτήσης κυριαρχικού τίτλου εκ μέρους ενός κράτος ένεκα γεωφυσικών μεταβολών (επαύξηση/accretio, πρόσχωση/alluvium, εκτροπή ρου ποταμού/avulsio, συνένωση εδαφών/consolidatio), εκ κτητικής παραγραφής (praescriptio acquisitiva), ανακάλυψης και κατάληψης (occupatio) ‘αδέσποτων’ εδαφών (terra nulius), ενώ υπήρξαν περιπτώσεις όπου έγινε λόγος περί διεθνούς εκμίσθωσης (international territorial lease) ή περί διεθνών δουλειών (international servitudes). Είναι, λοιπόν, φανερό ότι το επιχείρημα της αναλογίας πιστοποιεί τη σύνδεση και τη διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ του εσωτερικού και του Διεθνούς Δικαίου.

ακολουθεί 2ο μέρος.


*Ο Δημήτρης Κούρτης είναι δικηγόρος και υποψ. Διδάκτορας Διεθνούς Δικαίου Νομικής ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: