λευτεριά στο χύμα τσίπουρο - ο φασισμός του ΟΟΣΑ δεν θα περάσει!
Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Αξία του Διεθνούς Δικαίου και η Σημασία της Σύγχρονης Διδασκαλίας του. Του Δημήτρη Κούρτη (μέρος 2ο)

3. H Σημασία του Διεθνούς Δικαίου: Πόση ‘δικαιϊκότητα’ εμπεριέχει το Διεθνές Δίκαιο (;)

Συχνά λέγεται ότι το Δίκαιο αποτελεί φαινόμενο εθνικό, στενά συνδεδεμένο με την ιδιοσυστασία του κράτους, αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πολιτικής κοινότητας η οποία μέσω των εφοδιασμένων με νομοπαραγωγική εξουσία οργάνων αυτής το θεσπίζει, το καταργεί ή το μεταρρυθμίζει. Επίσης συχνά λέγεται ότι το Δίκαιο χωρίς τους δευτερογενείς κανόνες (ό,τι συλλήβδην καλούμε ‘κύρωση’, εξαναγκαστικό μηχανισμό συμμόρφωσης, εκτελεστότητα του κανόνα και της επιταγής που διαλαμβάνει) δεν είναι Δίκαιο per se, αλλά απλή διατύπωση μίας δεοντικής πρότασης. Πριν συνδέσουμε τα ως άνω σχήματα με μία ιδιότυπη απολογία για την επάρκεια και τη ‘δικαιϊκότητα’ του Διεθνούς Δικαίου, ας θυμηθούμε τον ορισμό του Hans Kelsen περί του Δικαίου, εν γένει: σύστημα κανόνων το οποίο διαρρυθμίζει ετερόνομα και εξαναγκαστά την κοινωνική συμβίωση.
Παρά το γεγονός ότι η αυθεντία του Kelsen δεν είναι αναντίρρητη. Προσέτι, μεγάλη παραμένει η διάσταση της επιστήμης του Δικαίου in globo περί του εάν ο ακραιφνής κελσενιανός θετικισμός έχει πράγματι να προσφέρει στην πρόοδο της επιστήμης, ήδη τρεχούσης της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Παρά, λοιπόν, ταύτα, ο επιστήμονας του Διεθνούς Δικαίου –συνηθισμένος στις προκλήσεις καθώς το πεδίο εφαρμογής των θεωρητικών του προαιρέσεων δε είναι άλλο από εκείνο των διακρατικών σχέσεων, γνωστών για τη συνθετότητα, πολυπλοκότητα και μη προβλεψιμότητά τους– αντί να ελέγξει τη ‘δικαιϊκότητα’ του αντικειμένου του υπό το φως πιο χαλαρών εξηγητικών προτύπων (όπως η κοινωνιολογική προσέγγιση κατά Santi Romano, την αναθεωρητική οπτική των Rawls και Blake ή την αντίστοιχη απόπειρα του Finnis), εμμένει στον ως άνω ορισμό.

4. Το Διεθνές Δίκαιο ως Σύστημα Κανόνων και η Προβληματική περί Ιεραρχίας

Σε αντίθεση με τον όρο ‘σύνολο κανόνων’, το πρότυπο του ‘συστήματος’ προϋποθέτει τις ποιότητες της πληρότητας, της ενότητας και καθολικότητας του εξεταζόμενου κανονιστικού φαινομένου. Ένα σύστημα κανόνων χαρακτηρίζεται από την ουσιαστική έλλειψη κενών (lacunæ), την ύπαρξη ιεραρχίας αλλά και επιμέρους δικαιϊκών υπο-κλάδων, οι οποίοι κι αν εκκινούν από την ίδια διατακτική αρχή (για παράδειγμα τον κυρίαρχο λαό), ρυθμίζουν κεχωρισμένα πεδία της βιοτικής ύλης και της κοινωνικής πραγματικότητας, με ύπατη πάντοτε αναγωγή σε ορισμένες κοινές και υπερέχουσες αρχές.
Ήδη προηγούμενα περιγράφηκε η ουσιαστική δυνατότητα της επιστήμης και πράξης του Διεθνούς Δικαίου να καλύψει τα προκύπτοντα εκ των εξελίξεων του διεθνούς βίου κενά στον ιστό των δικαιϊκών ρυθμίσεων. Πέραν της εσωτερικής αναλογίας, το σχήμα των γενικών αρχών του Δικαίου των πεπολιτισμένων εθνών και –ασφαλώς– των γενικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου (per se) μπορούν να λειτουργήσουν –κι έχουν πράγματι κατά το παρελθόν λειτουργήσει– ως δικλείδες εξασφάλισης της πληρότητας του κλάδου και κυρίως της δυναμικής αυτού, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκη των κρατικών (και μη) δρώντων για δικαιϊκή ρύθμιση και δικαιοδότηση. Είτε το ζήτημα που ετίθετο ήταν η υποχρέωση ενός παράκτιου κράτους να λαμβάνει προληπτικά μέτρα με σκοπό τη διαφύλαξη της ναυσιπλοΐας προειδοποιώντας για την ύπαρξη ναρκοπεδίου εντός της χωρικής θάλασσας [Υπόθεση Στενού της Κέρκυρας (Ουσία), Αλβανία/ΗΒ, ΣυλλΝμλγ Διεθνούς Δικαστηρίου 1949, 4] είτε η νομική προσωπικότητα [Γνδ περί της Αρμοδιότητας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας να διαρρυθμίζει παρεμπιπτόντως την προσωπική εργασία του εργοδότη ΣυλλΝμλγ Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης Σειρ. Β’ Νο 13 1926] και το locus standi ενός διεθνούς οργανισμού με σκοπό τη έγερση αποκαταστατικής αξίωσης λόγω επενεχθείσας ζημίας [Γνδ περί της Αποκατάστασης Ζημιών Επενεχθεισών κατά την υπηρεσία στα Ηνωμένα Έθνη ΣυλλΝμλγ Διεθνούς Δικαστηρίου 1949, 174] ή τα ζητήματα ευθύνης ένεκα διασυνοριακής περιβαλλοντικής ζημίας [Υπόθεση του Χυτηρίου του Trail, ΗΠΑ/Καναδάς, ΣυλλΔιαιτΑποφ 3/1941, 1905] οι εφαρμοστές του Διεθνούς Δικαίου απέδειξαν τόσο την επάρκεια όσο και τη δυνατότητα πλήρωσης τυχόν υφιστάμενων κενών κατόπιν αναγωγής στο νομικό laboratorium των γενικών δικαιϊκών αρχών και της ερμηνείας της lex lata.
Εξ άλλου, το πρόβλημα της ιεραρχίας στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου είναι τόσο αρχαίο όσο και ο ίδιος ο κλάδος. Οι Θεμελιωτές του κάθε άλλο παρά αμέτοχοι υπήρξαν στη συνάρθρωση της οικείας προβληματικής. Ήδη στη γενέθλια περίοδο του Δικαίου των Εθνών γινόταν δεκτό ότι ορισμένες αρχές και κανόνες ίστανται υψηλότερα στην αξιολογική και κανονιστική κλίμακα έναντι των υπολοίπων, εκ του λόγου τούτου διαπερνούν κάθετα το διεθνές (τότε κατ’ αποκλειστικότητα διακρατικό) σύστημα και συμπροσδιορίζουν την ερμηνεία κι εφαρμογή κάθε δικαιϊκού κανόνα, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εσωτερική όψη έκαστης έννομης τάξης. Τέτοιοι κανόνες, όπως η αρχή της καλής πίστης, το αξίωμα ‘pacta sunt servanda’, ο Ορθός Λόγος, ακόμη οι επιταγές της ‘κοινής συνείδησης της ανθρωπότητας’, η αρχή του ανθρωπισμού, η αρχή της ελευθερίας των θαλασσών, τέθηκαν στη βάση του κλάδου από τη στιγμή της δημιουργίας του.
Ενδεικτικά, στο πεδίο του Δικαίου του Πολέμου (Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο ή Δίκαιο των Ενόπλων Συρράξεων, κατά την νεώτερη ορολογία της επιστήμης), η ιεραρχική υπεροχή των επιταγών της ‘κοινής συνείδησης της ανθρωπότητας’ καθίσταται πρόδηλη· ειδικότερα, η ως άνω αρχή παύει να συνιστά ουσιαστική και μόνον πηγή του Διεθνούς Δικαίου. Από πρωτογενές υλικό το οποίο θα αποτυπωθεί στη νομοτυπική υπόσταση ενός κανόνα (π.χ. του απαγορευτικού της επίθεσης εναντίον αμάχων κατά τη διάρκεια μιας ένοπλης σύρραξης) ή νομοθετικό κίνητρο (π.χ. για τη θέσπιση κανόνων οι οποίοι απαγορεύουν ορισμένα μέσα και μεθόδους πολέμου, όπως τις νάρκες κατά προσωπικού) ανάγεται σε πρωταρχική τυπική δικαϊκή πηγή, εκ της οποίας προκύπτουν δεδομένες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις για τα κυρίαρχα κράτη.
Ήδη η 2η Σύμβαση της Χάγης περί των Νόμων και των Εθίμων των εν τω κατά ξηρά πολέμω (1899), στην τελευταία αποστροφή του προοιμίου της (ΒΔ 21-12-1900, ΦΕΚ Α’ 223/19-10-1901), επιτάσσει:
Μέχρις ότου συνταχθεί ένας πληρέστερος κώδικας των νόμων και των εθίμων του πολέμου, τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη κρίνουν σωστό να διακηρύξουν ότι για τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται εκ των υιοθετηθέντων Κανονισμών, οι πληθυσμοί αλλά και οι εμπόλεμοι εξακολουθούν να τελούν υπό την προστασία και το κράτος των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, όπως τούτες προκύπτουν από τα καθιερωμένα μεταξύ των πολιτισμένων κρατών έθιμα, των κανόνων του ανθρωπισμού και των επιταγών της δημόσιας (κοινής) συνείδησης.
Η ως άνω ρύθμιση (‘μέχρις ου (…) συνειδήσεως’) είναι γνωστή ως ‘ρήτρα Μαρτένς’ εκ του ονόματος του εμπνευστή της, Φρειδερίκου Μαρτένς, διπλωμάτη, νομικού του Διεθνούς Δικαίου και αντιπροσώπου της αυτοκρατορικής Ρωσίας στη Διάσκεψη της Χάγης του έτους 1899/1907, σημαίνουσας προσωπικότητας της επιστήμης με οικουμενική αναγνώριση έως και σήμερα. Μάλιστα, η πρώτη αναφορά του κανόνα, με τη συμβολή και πάλι του Φρειδερίκου Μαρτένς, απαντά ήδη στη Διακήρυξη της Αγ. Πετρούπολης της 29ης Νοεμβρίου /11ης Δεκεμβρίου 1868 ‘περί της αποκήρυξης (απαγόρευσης) χρήσης, εν καιρώ πολέμου, εκρηκτικών βλημάτων με γόμωση κάτω των τετρακοσίων γραμμαρίων’ στην οποίαν προσχώρησε και η Ελλάδα. Προσέτι, ανάλογες ρυθμίσεις απαντούν και στις μεταγενέστερες Συμβάσεις της Χάγης (1907, ειδικά στην 4η Σύμβαση περί των Νόμων και Εθίμων του κατά ξηρά πολέμου) τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία δεν υπέγραψε, επικύρωσε και κύρωσε ποτέ, αλλά εξακολουθεί να δεσμεύεται από αυτές διότι –ήδη, τουλάχιστον, από την περίοδο των Δικών της Νυρεμβέργης– ο εθιμικός τους χαρακτήρας (κατά την έννοια των Αρθρ. 2§2 και 28§1(α)pr του ελληνικού Συντάγματος) είναι αστασίαστα δεκτός.
Μάλιστα, όπως έκρινε το Ειδικό Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (α’/βάθμια Σύνθεση, 2ο Τμήμα, αριθμ. υπόθεσης ΙΤ-95-16-Τ, Κατηγορούσα Αρχή κατά Ζόραν Κούπρεσκιτς και άλλων, 14η Ιανουαρίου 200, Σκέψη 527) ακόμα και αν η πρακτική των κυριάρχων κρατών ελλείπει παντελώς ή η εξέτασή της οδηγεί σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα, ορισμένες μέθοδοι πολέμου (όπως τα αντίποινα εναντίον αμάχων) απαγορεύονται απολύτως ήδη βάσει της ρήτρας Μαρτένς, καθώς η ‘κοινή συνείδησης της ανθρωπότητας’ (κατά το αξίωμα ‘ubi societas, ibi ius’) έχεις ήδη απαγορεύσει με αυστηρότητα τέτοιου είδους ενέργειες.
Δεν πρέπει, ωστόσο, ο νομικός του εσωτερικού Δικαίου να πιστεύσει ότι ο κλάδος γνωρίζει την ιεραρχία μόνον σε επίπεδο μετά-νομικό με κάποιες αναλαμπές στο πεδίο του καθ’ εαυτό (θετικού) Δικαίου. Η προσήλωση στην έννοια της τάξης αξιών και των αορίστων νομικών εννοιών εξ ων πηγάζουν υπερέχουσες υποχρεώσεις αποτελεί μόνον έναν από τα επίπεδα στα οποία κάνει την εμφάνισή της η προβληματική περί ιεραρχίας στους κόλπους του Διεθνούς Δικαίου. Πλησιέστερα, στην έννοια της ιεραρχίας των πηγών κατά το εσωτερικό Δίκαιο ευρίσκονται οι λεγόμενοι ‘κανόνες σύγκρουσης’ οι οποίοι και απαντούν στα διάφορα διεθνή συμβατικά καθεστώτα. Ο πιο γνωστός και πολυσυζητημένος είναι ο τεθείς κατ’ Αρθρ. 103 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών/ΧΗΕ (ΑΝ 585/1945, ΦΕΚ Α’ 242/29-9-1945), σύμφωνα με το οποίο:
Η δυναμική και η εφαρμογή της ρύθμισης του Αρθρ. 103 ΧΗΕ έχει οδηγήσει μέρος της επιστήμης να υποστηρίξει, με σοβαρά επιχειρήματα, ότι ο Χάρτης και οι νομικές πράξεις των οργάνων των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες έχουν εκδοθεί συμφώνως προς αυτόν, υπερισχύουν πάσης αντίθετης ρύθμισης του εν γένει Διεθνούς Δικαίου, είτε εθιμικού είτε συμβατικού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου είδους υπερισχυουσών πράξεων, περί των οποίων προνοεί –βάσει της ως άνω ερμηνείας– το Αρθρ. 103 ΧΗΕ, είναι οι Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, εκδιδόμενες κατά το Κεφ. VII ΧΗΕ περί του μηχανισμού συλλογικής ασφάλειας (αναγνώριση ύπαρξης απειλής ή διάρρηξης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας ή διενέργειας επιθετικών πράξεων, επιβολή κυρώσεων, εξουσιοδότηση χρήσης βίας). Οι ρηθείσες Αποφάσεις, κατ’ Αρθρ. 2(5), 2(6), 25 ΧΗΕ, δεσμεύουν τόσο τα κράτη-μέλη του Οργανισμού όσο και κράτη τα οποία δεν συμμετέχουν σε αυτόν. Στην κρίσιμη περίπτωση, κατά την ορθότερη γνώμη η sui generis ‘τριτενέργεια’ (εξωσυμβατικό αποτέλεσμα) του ΧΗΕ οφείλεται είτε
(i) στο γεγονός ότι εκείνος έχει επικυρωθεί από το σύνολο, σχεδόν, των χωρών της υφηλίου, οι οποίες κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουν συγκατατεθεί και στις πρόνοιες περί εξωσυμβατικών αποτελεσμάτων με αποτέλεσμα την ενίσχυση αυτών με εθιμική ποιότητα (με αποτέλεσμα να είναι αντιτάξιμες και έναντι μη μελών) είτε
(ii) στην ‘καταστατική’ λειτουργία του ΧΗΕ για το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, ο οποίος μέσα από διαδικασίες συναίνεσης και μηχανισμούς εμπέδωσης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας επιδιώκει σκοπούς θεμελιακούς για την ίδια την επιβίωση του διεθνούς συστήματος, εν τέλει δε και αυτών τούτων των κρατών.
Επομένως εκείνο το οποίο αντιτάσσεται στη δεύτερη περίπτωση δεν είναι per se ο συμβατικός κανόνας, αλλά τα έννομα αποτελέσματά του, ήτοι η οργανική συγκρότηση της διεθνούς κοινότητας γύρω από μηχανισμούς και διαδικασίες που αποβλέπουν στην εγκαθίδρυση και διαιώνιση των συνεκτικών και σταθεροποιητικών παραμέτρων της διεθνούς πολιτικής, ήτοι της ειρήνης, της ασφάλειας, της δικαιοσύνης και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με σεβασμό στην αρχή της κυριαρχικής ισότητας, εδαφικής ακεραιότητας και πολιτικής ανεξαρτησίας των κρατών.
Μία δεύτερη περίπτωση ‘θετικότερων’ εκφάνσεων της ιεραρχίας στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου συνιστά ο θεσμός των ‘Επιτακτικών κανόνων του Γενικού Διεθνούς Δικαίου’ (peremptory norms of General International Law, normes impératives du droit international général: ‘jus cogens’), όπως εκείνος αναγνωρίσθηκε και ρυθμίσθηκε στα Αρθρ. 53, 64 Σύμβασης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών της 23ης Μαΐου 1969/ΣΒΔΣ (ΝΔ 402/1974, ΦΕΚ Α’ 141/23-5-1974), ως ένας ιδιαίτερος λόγος ακυρότητας των Διεθνών Συνθηκών. Κατ’ Αρθρ. 53 ΣΒΔΣ:
Ενώ το Αρθρ. 64 ΣΒΔΣ αγγέλλει την (επιγενόμενη) ακυρότητα μίας διεθνούς συμβάσεως η οποία προσκρούει σε κανόνα Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου, ο οποίος διαμορφώθηκε μετά την έναρξη της ισχύος αυτής (η λεγόμενη περίπτωση του ‘jus cogens superveniens’). Ο θεσμός του Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης επιστήμης. Η ιδέα της ύπαρξης κανόνων ιστάμενων υψηλότερα στην ιεραρχική κλίμακα του Δικαίου των Εθνών, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να καμφθούν ή τροποποιηθούν στο πεδίο εφαρμογής τους ανεξαρτήτως της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών (πρβλ. την αντίστιξη ‘jus cogens’/‘jus dispositivum’ στην ΑΚ 3 ‘κανόνες δημοσίας τάξεως’· οι κανόνες του Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου θεωρείται ότι απηχούν-ενυλώνουν τη διεθνή δημόσια τάξη, internationalordre public), έλκει την καταγωγή της από την αναλογία του εσωτερικού Δικαίου. Το θεωρητικό αυτό σχήμα έτυχε επεξεργασίας ήδη εκ της περιόδου του Μεσοπολέμου (1935) από τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου A. Verdross, αλλά και πληθώρας άλλων διαπρεπών ακαδημαϊκών, περιλαμβανομένων και των μελών της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών· εν τέλει δε βρήκε τη θέση του στο διεθνές νομικό στερέωμα από και διά της ΣΒΔΣ. Προσέτι, ήδη επί της Υποθ. της Εταιρίας Φωτισμού και Ηλεκτροδότησης Barcelona Traction Ltd (Βέλγιο/Ισπανίας ΣυλλΝμλγ 1970, 3) το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ορισμένοι κανόνες (όπως ο απαγορευτικός της ένοπλης επίθεσης κατά της εδαφικής ακεραιότητας και πολιτικής ανεξαρτησίας ενός κράτους, της πειρατείας, της δουλείας, της διενέργειας γενοκτονίας, αλλά και οι κανόνες περί της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων) είναι –ως εκ της φύσης, της θέσης και της λειτουργίας τους– τόσο σημαντικοί ώστε να επάγονται υποχρεώσεις έναντι του συνόλου των κρατών μελών της διεθνούς κοινότητας και κάθε ένα εξ αυτών να έχει συμφέρον στην έγερση αξίωσης σεβασμού και τήρησης αυτών. Έτσι εισήχθη στην πράξη του Διεθνούς Δικαίου, η ιδέα ότι οι κανόνες του Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου δημιουργούν δικαιώματα και υποχρεώσεις erga omnes.
Μάλιστα, ο θεσμός του Επιτακτικού Δικαίου (η erga omnes ακτινοβολία των ρυθμίσεών του) και η πρωτοκαθεδρία των κανόνων του έναντι των λοιπών διεθνο-νομικών ρυθμίσεων και αρχών, με περιεχόμενο κατά πολύ ευρύτερο έναντι αυτού των Αρθρ. 53, 64 ΣΒΔΣ, αναγνωρίσθηκε από το Ανώτατο Πολιτικό Ακυρωτικό (ΟλΑΠ 11/2000 ΝοΒ 2001. 212) επί της υποθέσεως της αδικοπρακτικής ευθύνης του Γερμανικού Δημοσίου (υποθ. Διστόμου), ενώ και το ΑΕΔ στην υπ’ αριθμ. 6/2002 (ΧρΙδΔ 2003. 435) απόφασή του –κι αν οδηγήθηκε σε διαφορετική, κατ’ αποτέλεσμα κρίση– αναγνώρισε την ύπαρξη και εφαρμογή του διεθνο-δικαιϊκού τούτου θεσμού στο Ελληνικό Δίκαιο. Η δε κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου επί της Υποθ. των Δικαιοδοτικών Ασυλιών Κράτους (ΟΔ Γερμανίας/Ιταλίας: παρεμβαίνουσα η Ελληνική Δημοκρατία ΣυλλΝμλγ 2012, 99) εδέχθη ότι ο θεσμός του Επιτακτικού Δικαίου έχει ουσιαστικό περιεχόμενο ενώ εκείνος της δικαιοδοτικής ασυλίας είναι φύσει δικονομικός, ώστε ουδεμία αλληλεπίδραση και –πολλώ μάλλον– αντίθεση να δύναται να διαγνωσθεί μεταξύ τους.
Κι αν η θέση αυτή δεν ικανοποιεί, είναι φανερό ότι δεν αφίσταται από την εσωτερική αναλογία. Βέβαια στο ημεδαπό Δίκαιο, κατά κανόνα, οι δικονομικές ρυθμίσεις θεωρούνται κανόνες δημοσίας τάξεως, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατή (πλην εξαιρέσεων –π.χ. σύντμηση δικονομικών προθεσμιών–) κατ’ αρχήν η τροποποίησή τους επί τη βάσει της κοινής βουλήσεως των μερών. Όμως, όπως γίνεται δεκτό η ρύθμιση της ΑΚ 281 (κατάχρηση δικαιώματος), ήτοι ένας κανόνας του ουσιαστικού Δικαίου, δεν έχει εφαρμογή επί των δικονομικής υφής δικαιωμάτων (εντελώς ενδεικτικά: ΑΠ 617/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1566/2002 ΧρΙδΔ 2002. 24). Στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου η διάκριση μεταξύ δικονομικών και ουσιαστικών κανόνων δεν κρατεί απολύτως και ουδέποτε τηρείτο με αυστηρότητα· όμως στην περίπτωση ακριβώς των ιεραρχικώς υπέρτερων κανόνων του Επιτακτικού Διεθνούς Δικαίου, η μέθοδος του νομικού χαρακτηρισμού (ουσιαστικός/δικονομικός κανόνας) χρησιμοποιήθηκε προκειμένου το Διεθνές Δικαστήριο να υπερκεράσει ένα ζήτημα με εντόνως πολιτική φύση, για την επίλυση του οποίου, όπως ετόνισε η πολιτική οδός (διαπραγματεύσεις) είναι η ενδεδειγμένη.
Μια τέτοια επισήμανση τονίζει τη σημασία της διεθνούς πολιτικής για την εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου. Όπως ακριβώς το εσωτερικό Δίκαιο (ακόμη και οι κανόνες συνταγματικής περιωπής, εν εξαιρέσει του σκληρού πυρήνα μη αναθεωρήσιμων διατάξεων) είναι –e rerum natura– ‘εκτεθειμένο’ στα κίνητρα, τις βλέψεις και τις επιδιώξεις του πολιτικού σώματος το οποίο είναι εξοπλισμένο με νομοθετική αρμοδιότητα, αλλά και της κυβερνητικής πλειοψηφίας, με αποτέλεσμα αναλόγως τη συγκυρία να επέρχεται οπισθοχώρηση ή ενίσχυση του ενός ή του άλλου δικαιϊκού κλάδου (π.χ. οπισθοχώρηση του Εργατικού Δικαίου, ατομικού/συλλογικού και ενίσχυση του Δικαίου των Επενδύσεων), παρόμοια –τηρουμένων των αναλογιών– στο πεδίο του Δικαίου των Εθνών η κρισιμότητα ενός ζητήματος και οι προεκτάσεις αυτού μπορούν να οδηγήσουν στη διατύπωση δικαιοδοτικών κρίσεων ή/και στην διενέργεια πράξεων-λήψη αποφάσεων, οι οποίες δρουν ανασχετικά ως προς την εξέλιξη ενός δικαιϊκού θεσμού. Εντονότερα, μάλιστα, γίνεται κατανοητό αυτό το πρόβλημα στο διεθνές πεδίο, όπου η ‘νομοθετική’ αρμοδιότητα είναι κατακερματισμένη μεταξύ των κρατών, των οργάνων των διεθνών οργανισμών, αν μη και (έμμεσα) των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων και αρχών. Εξ άλλου, η εμπειρία διδάσκει ότι μία σποραδική ανάσχεση της εξέλιξης του Διεθνούς Δικαίου δεν σημαίνει και την οριστική λήξη των διαδικασιών εκείνων, οι οποίες οδηγούν στην ανάδυση ενός νέου θεσμού, όπως εκείνου της κανονιστικής ιεραρχίας (για παράδειγμα, με αναφορά στην αρχή της αυτοδιάθεσης του λαού της Ναμίμπια η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου γνώρισε ποικίλες διακυμάνσεις, μεταξύ των ’1950-’1970, έως ότου παγιωθεί η αντίληψη περί του επιτακτικού χαρακτήρα αυτής).

ακολουθεί 3ο μέρος.


*Ο Δημήτρης Κούρτης είναι δικηγόρος και υποψ. Διδάκτορας Διεθνούς Δικαίου Νομικής ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: