Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Δημόσιο συμφέρον: ο εσωτερικός εχθρός της αοριστίας της νομικής γλώσσας. Του Θωμά Ψήμμα

Στην ταραγμένη εποχή της τριφασικής οικονομικής κρίσης (παγκόσμιας κρίσης της νεοφιλελεύθερης χρηματοπιστωτικής βερσιόν του καπιταλισμού, ευρωπαϊκής δομικής κρίσης αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης με τις ανισότητες Βορρά και Νότου κι εγχώριας ως απόρροια ενός κρατικίστικου πελατειακού μοντέλου προνομιούχων κομματόσκυλων κι απόκληρων ανένταχτων), η αοριστία της νομικής γλώσσας τείνει να εξελιχθεί από χαρτί-ατού σε αδύναμο κρίκο της (έστω και ανάπηρης) κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μας.

Η αοριστία της νομικής γλώσσας δεν αποτελεί μια παθογένεια της εκφοράς των νομοθετικών διατάξεων, αλλά εγγενές γνώρισμα της ίδιας της γλώσσας. Όπως παρατήρησε εύστοχα και ο πατέρας του ρεύματος του αναλυτικού νομικού θετικισμού, H.L.A. Hart αξιοποιώντας τα διδάγματα της φιλοσοφίας της γλώσσας του Wittgenstein, η νομική γλώσσα διέπεται ως έναν βαθμό από αναπόφευκτη αοριστία, χωρίς αυτό να καταλογίζεται ως ελάττωμα του κειμένου του νόμου. Πρόκειται για τη λεγόμενη «ανοιχτή υφή της γλώσσας» (open texture of language και κατά συνέπεια open texture of the law). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που φέρνει ο Hart προς επίρρωσιν της θέσης του είναι η ρύθμιση που ανιχνεύεται σε πινακίδες που βρίσκουμε διάσπαρτες τριγύρω μας σε κάθε πάρκο «απαγορεύεται η είσοδος στα οχήματα». Σύμφωνα με τις κοινές παραδειγματικές χρήσεις της γλώσσας, ένα αυτοκίνητο νοείται ότι εμπίπτει στον πυρήνα της ρύθμισης ενώ αντίθετα ένα τραπέζι με ροδάκια δεν εμπίπτει στο περιεχόμενο της ρύθμισης. Όμως, το αν το πατίνι είναι όχημα ή όχι αναδεικνύει το περιθώριο αοριστίας που είναι διάχυτο στη νομική γλώσσα, ακόμα και στις φαινομενικά πιο σαφείς κανονιστικές της προβλέψεις.

Η αοριστία της νομικής γλώσσας δεν είναι πρόβλημα, αλλά το όχημα για προσαρμογή του δικαίου σε μια ολοένα μεταβαλλόμενη κοινωνική πραγματικότητα, ο άσος στο μανίκι που έχει το δίκαιο πότε να αποτυπώνει και πότε να μεταρρυθμίζει τις διεργασίες στους κόλπους της κοινωνίας, χωρίς να αποβάλλει με χαμαιλεόντειο τρόπο το προστατευτικό κέλυφος της πολυπόθητης ασφάλειας δικαίου (αρχή του δεδικασμένου στις αστικές διαφορές, αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στις διοικητικές υποθέσεις). Μια νομική έννοια, στην οποία η αοριστία αποτελεί ευλογία ώστε να αναδεικνύει το δικαιοπλαστικό ρόλο του δικαστή στα πλαίσια της καθημερινά διαφοροποιημένης οπτικής γωνίας των κοινωνικών υποκειμένων, είναι η έννοια των χρηστών ηθών.
Δυστυχώς, η δικαστική εξουσία στην προσπάθειά της να ισορροπήσει μεταξύ της ολοένα αυξανόμενης πίεσης της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας που λειτουργούν με το μαχαίρι στο λαιμό χωρίς να λαμβάνουν και πολύ τοις μετρητοίς τις συνταγματικές εγγυήσεις θέσπισης και ισχύος των κανόνων δικαίου (πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και άγιος ο Θεός) και του συνταγματικού ρόλου του ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστή, νίπτει τας χείρας, υποδύεται τον Πόντιο Πιλάτο και κρύβεται πίσω από την αοριστία της νομικής γλώσσας.


Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η συνεχής επίκληση της ρήτρας του δημόσιου συμφέροντος (που δεν αναγράφεται ρητά σε καμιά πτυχή της έννομης τάξης) ως υπερβατική, υπερσυνταγματική αρχή που μπορεί να σκάει πλάκα σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων, πολιτικών ελευθεριών και γενικών αρχών της έννομης τάξης, ρητά αποτυπωμένων στο σκληρό πυρήνα των μη αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος. Το χειρότερο είναι ότι το δημόσιο συμφέρον δε λαμβάνεται υπόψη στην ολότητά του, ως συνώνυμο του κοινού καλού ή της γενικής βούλησης (generale volonte κατά Rousseau), αλλά ως μια αρχή με περιορισμένη χρονική εμβέλεια και ιδιοτελές περιεχόμενο όταν ερμηνεύεται συσταλτικά ταυτιζόμενο με το δημοσιονομικό ή το ταμειακό συμφέρον. Πρόκειται για μια ωφελιμιστική προσέγγιση με βραχυπρόθεσμη αφορμή την Ελλάδα των Μνημονίων που ήρθε για να μείνει ως βασικός πρωταγωνιστής στο αιτιολογικό των δικαστικών αποφάσεων.
Με το μανδύα του δημόσιου συμφέροντος κατασυκοφαντείται η ίδια η πάστα της αοριστίας της νομικής γλώσσας, η οποία από στοργική μητέρα που περιθάλπει το σύνολο των κοινωνών του δικαίου υπό την ανοιχτή αγκάλη της κινδυνεύει να καταλήξει Μήδεια του φιλελεύθερου συνταγματικού κράτους δικαίου, μητροκτόνος δικαιωμάτων, ελευθεριών και γενικών αρχών.
Πρέπει να γίνει σαφές, περισσότερο από ποτέ, ότι το δίκαιο δεν είναι ένα παράγωγο προϊόν-υπηρετικό προσωπικό της εκάστοτε κρίσης, αλλά ο εγγυητής (με το βούρδουλα του καταναγκασμού) ενός minimum δικαιωμάτων και ελευθεριών, στοιχειωδών όρων της αξιοπρεπούς διαβίωσης του κάθε ανθρώπου.

Η περιλάλητη συνέχεια του κράτους θεμελιωμένη στο «αλάθητο»-γενική αρχή υπεράνω όλων «pacta sunt servanda», δεν είναι η διατήρηση εν ζωή μιας απρόσωπης οντότητας, ενός διασωληνωμένου νομικού προσώπου που χρεοκόπησε, αλλά η διαχρονικότητά του έγκειται στην εξασφάλιση του «ζην» και της ελπίδας για «ευ ζην» στους κατοίκους που διαβιούν στην επικράτειά του.
Έτσι, ακόμα κι αν όλα τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι γενικές αρχές, ιδίως των άρθρων 4-25 Συντάγματος, αποτελούν ψιλά γράμματα και σχετικοποιούνται σαν εύπλαστη πλαστελίνη, πρώτη ύλη δύσμορφων δικανικών κρίσεων για να προσκυνήσουν το νέο βασιλιά που φέρει το μεγαλεπήβολο τίτλο «δημόσιο» ή «εθνικό συμφέρον», το μοναδικό καταφύγιο , το μαξιλαράκι ασφαλείας που θα γείρουμε και θα το κρατάμε σαν κόρη οφθαλμού, σα φύλακα άγγελο στην κιβωτό του Νώε την ώρα που σκάει το τσουνάμι του δημοσιονομικού εκτροχιασμού είναι το άρθρο 2 πάρ. 1 Συντάγματος, δηλαδή η προστασία της αξίας του ανθρώπου. «Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος», όπως έγραψε και ο πολυφορεμένος εσχάτως στα social media –κι ας τρίζουν τα κόκαλά του από την «πάει με όλα» χρήση του- ποιητής της πιο ευαίσθητης εκδοχής της επανάστασης, Τάσος Λειβαδίτης.

Έννοιες, όπως «δημόσιο», «εθνικό» ή ακόμα και «γενικό συμφέρον» δεν πρέπει να φουσκώνουν τη συνείδηση των δικαστών με μια ανώτερη αίσθηση καθήκοντος, αλλά με μια αυτοκριτική το βράδυ που γυρίζουν στο σπίτι τους και κατακαθίζει ο κουρνιαχτός και το άγχος της δουλειάς, μήπως έχουν πάρει λάθος το λειτούργημά τους κι έχουν ερμηνεύσει την γενικότητα και αφαιρετικότητα, δηλαδή τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα των νομικών ρυθμίσεων (αόριστος αριθμός αποδεκτών και αόριστος αριθμός εννόμων σχέσεων αντίστοιχα) ως γενικολογία κι αφηρημένο αντίστοιχα.

Μπροστά στο Δούρειο Ίππο του δημόσιου συμφέροντος που προσφέρει το λάφυρο της σωτηρίας της χώρας για να αλώσει το κοινωνικό κράτος δικαίου, όλοι όσοι λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη κι όχι τυχοδιωκτικά ως σημαίες ευκαιρίας το Σύνταγμα, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και στο κάτω-κάτω την ίδια την έννοια της δημοκρατίας οφείλουμε να ορθώσουμε ένα προστατευτικό τείχος με την επίκληση της υπέρτατης αρχής της αξίας του ανθρώπου (ανεπίδεκτης να μπει στο ζύγι των σταθμίσεων και στον πειρασμό των επιφυλάξεων). Η αξία του ανθρώπου δεν αποτελεί ένα γκρίζο τείχος που διχάζει, αλλά ανοίγει μια διάπλατη αγκαλιά για τους απανταχού politically correct και ασώτους, για τους απανταχού αγγέλους και κολασμένους, για τις πλειοψηφίες και τις καταπιεσμένες μειονότητες, υποδεικνύοντας και συμφιλιώνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τις αντιθέσεις στη μήτρα της κοινωνίας. Αντίθετα, το δημόσιο συμφέρον, ο εσωτερικός εχθρός της αοριστίας της νομικής γλώσσας, σφίγγει σα θηλιά γύρω απ’ το λαιμό του κάθε δικαιώματος καταλήγοντας να ταυτίζεται με κάτι χειρότερο από την τυραννία της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, να ταυτίζεται δηλαδή με την τυραννία του homo economicus (της πιο μονόφθαλμης και ιδιοτελούς εκδοχής του homo sociologicus) επί του «πολιτικού ζώου» (του ορισμού του ανθρώπου που έδωσε σχεδόν 2.500 χρόνια πριν ο Αριστοτέλης).

Ας παλέψουμε λοιπόν με όλες μας τις δυνάμεις για να μη γίνει η αοριστία το εργαλείο ώστε μια ακόμα (μετά του 1929 και του 1973) καπιταλιστική κρίση να κλείσει οριστικά το κράτος δικαίου, το μεγαλύτερο επίτευγμα της εποχής της νεωτερικότητας, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: