η συντακτική ομάδα του nomikithess.gr καταγγέλλει τη διακοπή της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων
Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Σκόρπιες σκέψεις με βάση την ποίηση του Μ.Σαχτούρη : Η ποιητική απεικόνιση της σύγχρονης σχιζοφρένειας. Του Δημήτρη Πλιακογιάννη

(Το κείμενο αυτό απλά ξεκινά απο τον ΜΣ σαν αφορμή για να δώσει μια συναισθηματική και ψυχολογική καταγραφή μετά απο την ανάγνωση, τους προβληματισμούς και τις “επιφωτίσεις”, τις συνάψεις που σκάνε σαν μπόμπες.
Το ύφος του είναι αναγκαίο πίο χαλαρό και συναισθηματικό/ψυχολογικό, χωρίς να προσεγγίζει την ποιητική δημιουργία. Νεβερ δε λες, η κρίση για την αξία του δική σας.)


Η τάξη και η αταξία μέσα στο κεφάλι μας.
Η διαλεκτική διδάσκει ότι τα πάντα στην φύση είναι ύλη σε κίνηση. Και η κίνηση εξασφαλίζεται μέσα απο την σύγκρουση των αντιθέσεων που υπάρχουν στην εσωτερική φύση του κάθε φαινομένου.
Έτσι και στο ανθρώπινο κεφάλι, χωρίζεται σε δύο μέρη, διακατέχεται απο αντιθέσεις : το αριστερό μέρος, που είναι συνδεδεμένο με την φαντασία, την εικόνα, την αίσθηση, την δημιουργία, τα συναισθήματα κτλ και το δεξί, που είναι συνδεδεμένο με την λογική, την επεξεργασία, τα λογικά κουτάκια. . Η σύγκρουση και η δημιουργία. Και απο την σύγκρουση αυτών των δύο, απο την σύγκρουση ανάμεσα στο χρωματιστό χάος και στην μονόχρωμη ορθολογική μηχανική, εξασφαλίζεται η κίνηση και η λειτουργία του εγκεφάλου, η σκέψη.

Όμως, στις σύγχρονες κοινωνίες, αυτό δεν συμβαίνει με έναν εύκολο, γρήγορο ή μονοσήμαντο τρόπο: πλέον η τάξη, η λογική, η μηχανιστική σκέψη τείνουν συνεχώς να υποκαθιστούν την δημιουργικότητα. Την ίδια στιγμή που ζούμε σε εποχές πραγματικότητας εικόνων και παραστάσεων πρωτοφανέρωτες.
Έχουμε ξεχάσει το χ

άος που κρύβεται μεσα στο κεφάλι μας. Την αταξία. Την τρέλα. Και όταν την προσεγγίζουμε ( όπως όλοι ) κρυβόμαστε και την φοβόμαστε, και πάμε να την πνίξουμε στα κουτάκια και τις φυλακές. Ώσπου μας πνίγει, και τρελενόμαστε.

Ο εγκέφαλος, ο μεγαλύτερος σύμμαχος και ο χειρότερος εχθρός. Ο εγκέφαλος , που σε πλυμμηρίζει με εικόνες, συναισθήματα, αισθητηριακά ερεθίσματα, εμπειρικές εκρήξεις, αλλοπρόσαλα άλματα, ανώμαλες συνδέσεις, συνεχώς ρέουσες ασυνέχειες, και ο ίδιος που με την στυγνή του, κρύα, μηχανική, οργανωτική λειτουργία κλείνει σε κουτιά μια πιθαμή του χάους για να την χωρέσεις ( ο,τι χωρέσει απο αυτή, ενα εκατομμυριοστό) στις λέξεις που γράφεις ή εκφωνείς.

Στο κεφάλι μας, το χάος και η τάξη. Η αταξία και η φυλακή. Και μέσα μας το δικαστήριο. Kαι απέξω η πράξη. Το σύστημα εκδηλώνεται εξωτερικά, και εκεί το χάος προσπαθεί να χωρέσει σε αλληλουχίες και αποτελέσματα, ανάγκες. Ορίζουσες.
Ο Μίλτος Σαχτούρης, του οποίου τα ποιήματα αποτέλεσαν αφορμή για αυτην την ποιητικοφανή ακροβασία, εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητός απο όσους έχουν πέσει στην αλλοπρόσαλη λούμπα της σύγχρονης κοινωνίας. Η γραφή του, έντονα συναισθηματική, σχιζοφρενική, αλματώδης, ασυνεχής, αισθητηριακή, τελικά, έντονα εικονοπλαστική. Όχι, όμως, για εικόνες συνθετικές, συνεχείς, συγκροτημένες, σαν την φωτογραφική απεικόνιση μιας σκέψης/εικόνας, ως ολότητα με χοντρικά σαφείς επιμέρους πλευρές οπως πχ μια εικόνα ενός δασικού τοπίου με κλαδιά, δέντρα, φύλλα, μυρωδιές, σκηνικό, βουνά ίσως κτλ. Με την χαώδη γραφή του , στα όρια της παράνοιας και του παράλογου, μπερδεύει εικόνες ασύνδετες, χρώματα και ήχους, αναμνήσεις και χωροχρόνους άσχετους, χωρίς σχέση, παρά μόνο με την λογική του ασυνείδητου χάους, του σχιζοφρενικού και αισθητηριακού σοκ, της βλάβης που προέκυψε απο την συναισθηματική και εμπειρική υπερφόρτωση.
Μια υπερφόρτωση που γιγαντώθηκε στην σύγχρονη κοινωνία της ταχύτητας, του ανταγωνισμού, του ήχου και της εικόνας ( ο φασισμός στο υποσυνείδητο μας!). Μια υπερφόρτωση που άφησε τα κουφάρια μας κενά απο ουσία και γεμάτα τύπους, κενά απο συναισθήματα και εκρήξεις, δυναμική και γεμάτα την στατικότητα της ρουτίνας.
Μια κοινωνία που φόρτωσε με αχρείαστα ερεθίσματα του ασυνείδητο μας, τα οποία το ίδιο, τιμωρώντας μας, μας τα επιστρέφει άναρχα, επιθετικά και επιτηδευμένα ασύντακτα, στις πιο αδύναμες στιγμές μας : στον ύπνο, στους εφιάλτες, στην χρήση ουσιών, στην υπαρξιακή αγωνία, στην κλειστοφοβία, στην κρίση πανικού.
Αυτή η πραγματικότητα παραστάσεων, η εικονικη πραγματικότητα καινοτόμων κενών και αισθητηριακής πλυμμήρας, γέννησε την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Μία ποίηση που υπήρξε όχι η άρνηση, αλλά το διαστρεβλωμένο και ανεστραμμένο είδωλο της κοινωνίας και της πραγματικότητας αυτής.
Που ξυπνάει τον χειρότερο εχθρό σου, αυτόν που τον είχες για χρόνια στην νάρκη: το χάος, τη σύγχηση, την τρέλα, μέσα στο ίδιο σου το κεφάλι, στο σκοτεινό εκείνο χάος, την πολύχρωμη-μαύρη τρύπα που λέγεται ασυνείδητο. Που ανοίγει τις στρόφιγγες και αφήνει το ποτάμι να τρέξει και να πάρει μαζί του αδιάκριτα χρώματα, μορφές, ήχους, μυρωδιές, υφές και να τα αναδιατάξει σε σχήματα και δομές ασυλλόγιστες, ακατανόητες, τυχαίες, που ο νούς δεν μπορεί να χωρέσει και αντιμετωπίζει με δυσφορία.
Μια ποίηση που σε κάνει να νιώθεις όπως όταν , προσπαθώντας να εκφραστείς, νιώθεις μια πίεση στο στομάχι, στο στήθος, ένα βάρος στους πνεύμονες, ένα γαργαλητό στα ρουθούνια και μια υγρασία στα βλέφαρα, πασχίζοντας σαν το μουγκό να βγάλεις λαλιά για να τραγουδήσεις τον έρωτα ή συλλαβιστά να κλαψουρίσεις τον πρωτόγνωρο φόβο του ανασφαλούς βρέφους. Και σαν το βρέφος, μέσα απο την πανδαισία αισθήσεων, σκέψεων, αναγκών, μπορείς να εκφράσεις ένα ή δύο φθόγγους.
Και να θες να μιλήσεις να πεις “ναι , και εγώ αντιλαμβάνομαι το
φιλί που ανοιγοκλείνει στο πάτωμα ή το ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί”. Και να θες να σπάσεις όλα τα καλοσχηματισμένα και προκάτ χρωματισμένα απο τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης γύρω σου έπιπλα και κουτάκια, μόνο και μόνο για να καταργήσεις αυτήν την αισθητηριακή φυλακή της αντικειμενικής πραγματικότητας, να σπάσεις τα όρια της, γιατί τα έχεις ξεπεράσει στο κεφάλι σου! Και σε αυτό το απώτατο σημείο καταστροφής και μηδενικότητας, να σκάσει και η δική σου μορφή και να γεμίσει με τα χρώματα του μυαλού σου το κενό.
Εκεί σε φτάνει, συναισθηματικά , αυτή η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη. Σε παρασέρνει σε ανήκουστα, ανομολόγητα μονοπάτια, που σε κανέναν δεν μπορείς να μιλήσεις, γιατί ξέρεις ότι θα τα περιγράψεις λάθος, ότι δεν θα σε καταλάβει.
Και όμως, ο Μ.Σ δεν φοβήθηκε , δεν έκρυψε, δεν έπνιξε το τέρας που έκρυβε στο κεφάλι του, δεν το πολέμησε με κάποιον ατομικιστικό φόβο ή μια αστική σοβαροφάνεια.
Το αγκάλιασε, γιατί έτσι ήξερε ότι δεν θα τρελαθεί. Το άφησε να ουρλιάζει τις νύχτες, για να μην χάσει την φωνή του. Το άφησε να παίζει με τις φωνές για να μην ξεχάσει να ακούει. Ο ποιητής γίνεται ένα με τον δαίμονα του, εισχωρεί μέσα του, γίνεται άλλος, αλλάζει μορφές, προσωπικότητα, φύλο. Τον αφήνει να δημιουργεί, ελεύθερο, απελευθερωμένο, με τις ασυνταξίες, τις ασυνέπειες στο ρυθμό, τις ασυνέχειες στο τρένο της σκέψης.



Η σύγχρονη κοινωνία βάζει ένα ποτάμι στο κεφάλι μας, που λειτουργεί σαν βραδυφλεγής βόμβα, που ο αντίπαλος έχει τον πυροκροτητή. Και το χρησιμοποιεί για να σε πνίξει στο ποτάμι της εικόνας, της πληροφορίας, των ήχων, των τύπων, των άχρηστων λεζάντων, των άχρηστων καινοτομιών. Τόσες πολλές εικόνες, τόσο λίγοι που να μπορούν να τις εκφράσουν. Πιο πολλές εικόνες, λιγότερα λόγια, λιγότερη σκέψη. Μια εικόνα = 1000 λέξεις.


Μα με εικόνες σκέφτονται τα ζώα, ενστικτωδώς. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον λόγο ( ως λογική). Και ο λόγος ( ως λαλιά τώρα), ολοκληρώνει και μεταπλάθει την σκέψη στο κεφάλι μας, όπως κάθε εφαρμογή της θεωρίας την εμπλουτίζει (την θεωρία).


Όμως, με τόσο φτωχό λεξιλόγιο και τόσες πολλές ανομολόγητες και ακαθόριστες, χαώδης εικόνες στο κεφάλι του, ο άνθρωπος αδυνατεί να εκφραστεί με τον λόγο, και τι να εκφράσει άλλωστε; Έτσι ποτέ δεν ολοκληρώνει και δεν εξελίσσει την σκέψη του, παρα μένει εγκλωβισμένος στη δίνη του ποταμού και την έρημο της αφωνίας.
Μην το σκέφτεσαι. Λοβοτομή.



Όμως, κανείς δεν ξεφεύγει και δεν τιθασσεύει αυτο το δαιμονικό ποτάμι. Μπορείς όμως να το ημερέψεις, να μπείς μέσα του, να κυλήσεις, να χτυπήσεις σε βράχια και κλαδιά, αλλά ποτέ να μην το αφήσεις να σε πνίξει.
Και όταν βγείς επιβάλλεται να πιείς. Πάντα μια γουλιά απο το ασυνείδητο ποτάμι μέσα σου.
Ο ΜΣ αγάπησε την τρέλα, την σχιζοφρένεια, την παράνοια του απλού, του λούμπεν, του βιοπαλαιστή ανθρώπου σε μια κοινωνία που υφίστατο βίαιους μετασχηματισμούς προς τον εκσυγχρονισμό, ραγδαία αλλαγή των ανθρώπινων σχέσεων, που βίωνε μια εισβολή της εικόνας, της πληροφορίας, του ανταγωνισμού, του ατομισμού, της αποξένωσης. Αγάπησε και αγκάλιασε την τρέλα που υπάρχει σε όλους μας, σε κάθε στιγμή αγωνίας, που οι μορφές διαστρεβλώνονται και οι σκιές μεγαλώνουν.
Η γραφή του λογίζεται ως ενός τρελού ανθρώπου, που αγκάλιασε την νέα σχιζοφρενική πραγματικότητα και την επίπτωση της στους ανθρώπους.
Ίσως ισχύει ότι “ ο τρελός που επιμένει στην τρέλα του , στο τέλος γίνεται σοφος”

Εδώ μας έφτασε η συνειρμική σκέψη μετά απο την ανάγνωση όλων των συλλογών του. Το έργο του είναι ιδιαίτερο και το συστήνω.
Ορισμένα απο τα ποιήματα του παρατίθενται, ίσως σε άλλο κείμενο να ακολουθήσει και ανάλυση τους...

Ὁ σωτήρας



Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους


Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

νοσταλγία γυρίζει

Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ
κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά
Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ
Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:
Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει

Τὸ πρωὶ καὶ τὸ βράδυ

Τὸ πρωὶ
βλέπεις τὸ θάνατο
νὰ κοιτάζει ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
τὸν κῆπο
τὸ σκληρὸ πουλὶ
καὶ τὴν ἥσυχη γάτα
πάνω στὸ κλαδὶ
ἔξω στὸ δρόμο
περνάει
τ᾿ αὐτοκίνητο-φάντασμα
ὁ ὑποθετικὸς σωφὲρ
ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ σκούπα
τὰ χρυσὰ δόντια
γελάει
καὶ τὸ βράδυ
στὸν κινηματογράφο
βλέπεις
ὅ,τι δὲν εἶδες τὸ πρωὶ
τὸ χαρούμενο κηπουρὸ
τὸ ἀληθινὸ αὐτοκίνητο
τὰ φιλιὰ μὲ τὸ ἀληθινὸ ζευγάρι
ὅτι δὲν ἀγαπάει τὸ θάνατο
ὁ κινηματογράφος

ΟΝΕΙΡΟ

Ἕνα μικρὸ σὲ μιὰ κούνια εἶναι πεθαμένο.
Μιὰ μαυροφόρα (πιθανῶς ἡ μάνα του) κάθεται ἀπὸ πά-
νω του καὶ κλαίει μὲ λυγμούς. Ἔπειτα σιγὰ σιγὰ τὸ ση-
κώνει, τὸ βάζει κάτω... τὸ μικρὸ σὰν παραζαλισμένο
ἀρχίζει νὰ περπατάει.
- Δές, λέω, εἶναι πεθαμένο κι ὅμως περπατάει.


Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ


Ὅλοι κοιμοῦνται
κι ἐγὼ ξαγρυπνῶ
περνῶ σὲ χρυσὴ κλωστὴ
ἀσημένια φεγγάρια
καὶ περιμένω νὰ ξημερώσει
γιὰ νὰ γεννηθεῖ
ἕνας νέος ἄνθρωπος
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
τὴν παγωμένη
ἀπὸ ἄγρια φαντάσματα
καὶ τόση μαύρη πίκρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: