λευτεριά στο χύμα τσίπουρο - ο φασισμός του ΟΟΣΑ δεν θα περάσει!
Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Φοιτητές και πολιτική: σχέσεις πάθους . Του Δημήτρη Μανωλίδη

Για άλλη μια φορά ήρθε η ώρα των φοιτητικών εκλογών. Αφίσες, καφέδες, μηνύματα, γλειψίματα και άλλα τέτοια ωραία που κάθε χρόνο βιώνει η πανεπιστημιακή κοινότητα. Παράλληλα με αυτό όμως, πέρα από το «χαβά» των παρατάξεων, υπάρχει μια σειρά κλισέ τοποθετήσεων από την αντίπερα μπάντα. Πιο συγκεκριμένα εδώ και μια βδομάδα οι τοποθετήσεις του τύπου «έξω οι παρατάξεις από τα πανεπιστήμια», «όλοι ίδιοι είναι», «η καλύτερη αντίδραση για τις εκλογές είναι να μην πατήσεις καν» και άλλα τέτοια εξίσου  ωραία. Έτσι λοιπόν αναδεικνύονται δύο προφίλ, δύο διαφορετικές λογικές. Από τη μια τα «κομματόσκυλα» και από την άλλη οι «ιδιώτες». Θα μπορούσε άραγε κάποιος με μια ποιο λυρική έκφραση να τις χαρακτηρίσει ως το Γιν και το Γιανγκ του σημερινού πανεπιστημίου, πολλώ δε μάλλον της κοινωνίας;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική. Και τα δύο είναι οι όψεις του ίδιου νομίσματος της καταθλιπτικής πανεπιστημιακής πραγματικότητας. Είναι στην πραγματικότητα μια ενιαία και πολύ συγκεκριμένη μεν, επικρατούσα δε, λογική, στη βάση της οποίας προκύπτουν απλώς δύο στάσεις. Είναι η λογική του ατομισμού, ότι ο καθένας θα λύσει μόνος του τα προβλήματά του, της ματαιοδοξίας, η αναζήτηση της ουσίας μέσα από ευτελή πράγματα, της ματαιότητας, ότι όλες οι προσπάθειες για κάτι καλύτερο είναι μάταιες. Δεν είναι τίποτα άλλο από τον παθητικό μηδενισμό όπως τον περιγράφει ο Νίτσε.

Οι δύο στάσεις που προκύπτουν είναι σαφώς αλληλοτροφοδοτούμενες γιατί από τη μία η έντονη αποχή από τα πολιτικά πράγματα αφήνει (ίσως με μια δόση υπερβολής) τους χειρότερους σε αυτά κι από την άλλη η υποβάθμιση της πολιτικής σε ένα φαιδρό λάιφ στάιλ (είτε για να νομίζουμε ότι είμαστε κάποιοι, είτε για να περνάμε απλώς καλά τη φάση μας) και σε έναν συντεχνιακό πλειοδοτικό διαγωνισμό απωθεί τον κόσμο από αυτήν. Αυτή η σχέση είναι αμφίδρομη και χρονικά απροσδιόριστη και θυμίζει τη σχέση της κότας και του αυγού.

Είναι το ίδιο προβληματικό με το πράσινο και το μπλε κομματόσκυλο που γλείφει, θάβει και εξυπηρετεί ημέτερους, το άτομο εκείνο που ταυτίζει τον κακώς νοούμενο κομματισμό με την πολιτική και ως εκ τούτου απέχει από αυτήν ή την επανανοηματοδοτεί με τρόπο ώστε να συνάδει με την ιδιώτευσή του. Άλλοι βαπτίζουν πολιτική το σχολιασμό στα social media, άλλοι τη συμμετοχή σε συνέδρια και προσομοιώσεις, όπως οι υπό νηστεία μοναχοί που βαπτίζουν το κρέας όσπρια. Σαφέστατα με την ευρεία του όρου έννοια, και στο βαθμό δε που οποιαδήποτε διατομική δράση είναι πολιτική, οι παραπάνω δραστηριότητες μπορούν να χαρακτηριστούν πολιτικές, με τον ίδιο τρόπο που τα όσπρια χαρακτηρίζονται πρωτεϊνούχα όσο και το κρέας. Γιατί η πολιτική δράση είναι τόσο η ανάλυση και η έκφρασή της όσο όμως και η προσπάθεια πραγμάτωσης των συμπερασμάτων που προκύπτουν εξ αυτής.

Η σημερινή κατάσταση είναι η πεμπτουσία της λογικής αυτής. Εκλογές γοήτρου χωρίς ουσιαστικό επίδικο, χωρίς ουσιαστικό έργο και προτάσεις προς αξιολόγηση με αποχή μεγαλύτερη του 50%. Μόνο σε τέτοιες εκλογές μπορούν χώροι σαν τη ΔΑΠ και την ΠΑΣΠ να αναδεικνύονται πρώτοι και δεύτεροι.

Για μια νέα σκέψη στα πανεπιστήμια

Απέναντι, στην όλη προαναφερθείσα λογική πρέπει να αντιταθεί μια άλλη σκέψη. Μια σκέψη που τώρα είναι αδύναμη λόγω των συνθηκών και που αν θυμηθούμε πάλι το Νίτσε μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ενεργητικός μηδενισμός. Ως ο μηδενισμός του προσώπου εκείνου που είναι τόσο παθιασμένο με την αγιότητα των στόχων του που λησμονεί κάθε ιδιοτελή σκοπό, κάθε εγωϊστικό κίνητρο και ξεχύνεται στον αγώνα. Στον αγώνα γι’ αυτό που στα τσιταταδόρικα λέμε «ένα καλύτερο αύριο».

Αυτή η σκέψη στο βαθμό που πορεύεται προς την κατεύθυνση της πραγματικής προόδου μόνο αριστερή μπορεί να χαρακτηριστεί. Δεν πρόκειται για μανία ή φετίχ ταξινόμησης ή «ταμπελοποίησης». Απλώς στο πολιτικό φάσμα ο χώρος που απέναντι στη λογική της συντήρησης των ίδιων συνθηκών αντιτείνει μια ουσιαστική μεταστροφή είναι αυτός της αριστεράς (μεγάλη συζήτηση ποια αριστερά το επιτυγχάνει αυτό).

Όσοι λοιπόν θέλουμε να υπηρετήσουμε τέτοιους κοινωνικούς σκοπούς οφείλουμε με τη δράση μας να επανανοηματοδοτήσουμε στο χώρο μας τον όρο πολιτική, στο βαθμό που ο κοινός νους τον αντιλαμβάνεται ξεστρατισμένα. Πρέπει να δείξουμε ότι υπάρχουν κάποιοι που δεν θέλουν απλώς να συνδικαλίζουν αλλά ζητάνε να βελτιώσουν το πανεπιστήμιό τους. Μόνο αν επικρατήσει αυτή η αντίληψη μπορεί ο φοιτητοσυνδικαλισμός να χάσει την αρνητική του εικόνα κι επιτέλους να γίνει ένας χώρος υγιούς διαλόγου και διαπάλης απλώς αντίθετων θέσεων.

Αυτή η σκέψη είναι πράγματι πολιτική γιατί θέλει να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη. Γιατί απέναντι στις ακίνδυνες συζητήσεις που είναι παράλληλοι μονόλογοι αντιτείνει το διάλογο που καταλήγει κάπου. Απέναντι στα think tanks αντιτείνει τις ομάδες που και συζητάνε και αναλύουν αλλά στη βάση αυτή, παράλληλα δρουν.

Για μια νέα αριστερά

Στη βάση αυτής της σκέψης πρέπει να χτιστούν νέοι χώροι ή να αναδιαμορφωθούν οι υπάρχοντες , δεδομένου ότι η υπάρχουσα αριστερά, για διαφορετικούς λόγους σε κάθε χώρο, δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το κέλευσμα. Γιατί η περιγραφόμενη παραπάνω «νέα» σκέψη είναι παράγοντας αναγκαίος, όχι όμως επαρκής και είναι αναποτελεσματική και ρομαντική αν δεν πλαισιωθεί σωστά. Ενώ η κοινωνία βράζει, τα πανεπιστήμια είναι πιο ήσυχα κι από το υπόγειο του μαυσωλείου του Λένιν. Η απουσία έμπνευσης και συσπείρωσης του κόσμου οφείλονται σε προβλήματα όπως την απουσία πρότασης, τη μηχανιστική επανάληψη ορισμένων πρακτικών (που από μόνες τους δεν μπορούν να έχουν αποτέλεσμα), την ανάθεση της λύσης στο κόμμα ή στους αυτοματισμούς του κόσμου που υποτίθεται πως από μόνος του θα ξυπνήσει μια μέρα.

Κάπου εδώ ανιχνεύεται και η δαιμονοποίηση των παρατάξεων και της κομματικοποίησης τους. Σίγουρα το συνηθέστερο είναι επειδή απογοητεύουν καθημερινά οι «αποπολιτικοποιημένες» «μεγάλες παρατάξεις» (βλ. ΠΑΣΠ, ΔΑΠ) να παίρνει η μπάλα και τους υπόλοιπους. Ωστόσο η κομματικοποίηση σήμερα είναι προβληματική για βαθύτερους λόγους, καθαρά πολιτικούς.

Αυτό που διαφεύγει πολλών είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι η κομματικοποίηση γενικά κι αφηρημένα. Είναι λογικό, όταν υπάρχει η στοιχειώδης πολιτικοποίηση και στο βαθμό που το πανεπιστήμιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνία, να προκύψουν οργανωτικές και ιδεολογικές σχέσεις και συνάφειες με τα υπάρχοντα κόμματα.

Το προβληματικό είναι όμως ότι οι παρατάξεις και τα σχήματα που ανακύπτουν δεν έχουν μια ουσιαστική πρόταση, δεν έχουν κάτι να πούνε στο φοιτητή κι έτσι περιορίζονται σε πυροτεχνήματα, και μια διαρκή κίνηση δίχως κάποιο σκοπό, παρά μόνο για την ίδια την κίνηση («να κάνουμε κάτι, μόνο και μόνο για να το κάνουμε»). Και αυτό συμβαίνει, όχι τυχαία προφανώς, και στο επίπεδο των κομμάτων με τα οποία έχουν σχέση: ούτε αυτά έχουν κάποια ουσιαστική πρόταση για το αύριο με βάση το σήμερα, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους και με τον δικό του τρόπο. Προσωπικά μιλώντας, μακάρι να βρισκόταν ένα κόμμα που να με εκφράζει και τότε δεν θα με πείραζε να συμμετέχω σε παράταξη που θα συνδέεται μαζί του. Σε ποιον θα πείραζε η σύνδεση παρατάξεων με σοβαρά κόμματα που έχουν να προτείνουν κάτι;

Επομένως η νέα φοιτητική αριστερά πρέπει να μην φοβάται την πρόταση και την τοποθέτηση, αλλά αντιθέτως να έχει άποψη για όλα. Από το πιο μικρό ζήτημα της σχολής, μέχρι το μνημόνιο, από την παιδεία μέχρι το κοινωνικοσχεσιακό. Γιατί ακριβώς όλα αυτά συνδέονται. Με το να απομονώνουμε κομμάτια της πραγματικότητας, και τα προβλήματα αναγιγνώσκουμε λανθασμένα και άκαρπες λύσεις προτείνουμε. Με το να τοποθετούμαστε μόνο για ορισμένα ζητήματα ερχόμαστε σε λογικά ανακόλουθα και ελλείψεις καθώς αμέσως ξεπροβάλλουν και τα υπόλοιπα ζητήματα που συνδέονται με τα πρώτα.

Αυτά σε πρώτο βαθμό.

Σε δεύτερο επίπεδο πρέπει να έρχεται το ζήτημα της προώθησης (last but not least). Γιατί πολλοί είναι έτοιμοι να λησμονήσουν πλήρως την ουσία προκειμένου να προωθηθεί ο χώρος τους. Αυτή η λογική είναι σαφέστατα λανθασμένη. Γιατί μιλάμε για πολιτική πρόταση και όχι για εμπόρευμα. Αν πρέπει να αλλάξεις όλο σου το είναι προκειμένου να συμφωνήσει ο τρίτος τότε η συμφωνία χάνει τον αρχικό της σκοπό γιατί ο τρίτος συμφωνεί με κάποιον άλλον κι όχι τον πραγματικό σου εαυτό και είναι «δώρον άδωρον». Ούτε βέβαια στέκει η λογική του «άλλως φαίνεσθαι και άλλως είναι» με το να πατάει κανείς σε δύο βάρκες, γιατί αυτά τα δύο έχουν μια τόσο διαλεκτική, αμφίδρομη σχέση ώστε αν κάποιος θελήσει να αλλάξει μόνο το πρώτο, μοιραία θα αλλάξει και το δεύτερο. Σίγουρα πάντως για έναν πολιτικό χώρο θέλει δουλειά και προσοχή η εξωστρέφειά του, θα ήταν ηλίθιο να μην το παραδεχτεί κάποιος. Αν και κατά 60% παίζει ρόλο η ουσία, χρειάζεται νέες πρακτικές να πλαισιώσουν τις παλιές καλές. Πλήρης αξιοποίηση του διαδικτύου, επιθετική πολιτική, διαρκής αποκάλυψη του ρόλου και του χαρακτήρα των καθεστωτικών αντιπάλων χώρων, πολιτισμική δράση, ευφυείς τρόποι διαμαρτυρίας και αντίδρασης, οικολογικοί και καλαίσθητοι τρόποι καθολικής εξωστρέφειας, καινοτομίες σε αναχρονιστικές πρακτικές και πλήρεις μεταστροφές σάπιων θεσμών, είναι μερικές από αυτές.

Μόνο μαζί με τέτοιες ιδέες μπορεί να αναδειχθεί πράγματι η νέα λογική που θέλουμε.
Μόνο με τέτοια σκέψη θα ξαναγεννηθεί η πολιτική στα πανεπιστήμια.
Μόνο έτσι η αριστερά θα αρχίσει να αναλαμβάνει τις ιστορικές της ευθύνες.

1 σχόλιο:

daffy είπε...

Νομίζω ότι είναι από τα καλύτερα άρθρα που εχεις γράψει τελευταία. Ωστόσο, θεωρώντας ότι η πολιτική σκέψη εξελίσσεται από την κριτική μάλλον παρά από τις φιλοφρονήσεις, θα ήθελα να σταθώ σε κάποια σημεία:
1) Κάθε προσπάθεια επνανοηματοδότησης της πολιτικής ανασύρει αντικειμενικά το εξής ερώτημα: ζητούμενο είναι κυρίως να αισθάνονται οι φοιτητές ότι μια πολιτική πρόταση εκφράζει τα συμφέροντά τους ή αυτή πράγματι να το κάνει; π.χ. αν η κυρίαρχη αντίληψη μέσα στους φοιτητές είναι ότι ένας νόμος θα αποσυρθεί μέσω μιάς επιστολής διαμαρτυρίας στον αρμόδιο υπουργό, ποια πολιτική στάση είναι πιο υγιής, αυτή που εκφράζει αυτήν την άποψη ή εκείνη που προσπαθεί με κίνδυνο να θεωρηθεί "κολλημένη" να αναδείξει την ανεπάρκεια αυτού του μέτρου;
2) Επισημαίνεις ότι σήμερα είναι έντονη η απουσία πρότασης η οποία μάλιστα πρέπει να καλύπτει όλο το φάσμα των φοιτητικών, πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων. Παρ' όλα αυτά, το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι όλα αυτά μαζί συνιστούν μια αλυσίδα, αλλά σε ποιον κρίκο της πρέπει σήμερα να ιεραρχήσει μία φοιτητική δύναμη - στον στενά συντεχνιακό (π.χ. Νομική), στον φοιτητικό (π.χ. νόμος - πλαίσιο, σχέδιο Αθηνά) ή στον πολιτικό (όπου μπορεί να είναι από κατάργηση μνημονίου μέχρι έξοδο από ευρώ ή από ΕΕ ή σοσιαλισμός). Και αντίστοιχα, αυτό που πρέπει πρωτίστως να οικοδομήσει μια "νέα αριστερά" είναι μία φοιτητική δύναμη που θα έχει και πολιτκό στίγμα ή μία πολιτική δύναμη που θα εξειδικεύεται και στους φοιτητικούς χώρους;
3) Υποστηρίζεις ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην κομματικοποίηση γενικά και αφηρημένα αλλά στην απουσία ουσιαστικών προτάσεων από τα σημερινά κόμματα. Πράγματι, η κομματικοποίηση των φοιτητικών παρατάξεων είναι ως ένα βαθμό η αχίλλειος πτέρνα τους, αφού τις συνδέει με δυνάμει φορείς εξουσίας και γεννά την αυθόρμητη επιφύλαξη των φοιτητών για εξυπηρέτηση ίδιων σκοτεινών συμφερόντων. Είναι όμως ταυτόχρονα και το πιο ισχυρό όπλο τους, γιατί, αν μπορέσουν να αρθρώσουν ουσιαστικό πολιτικό λόγο θα το κάνουν με το υπόβαθρο μια πολιτικής οργάνωσης που μπορεί και να τον εφαρμόσει. Ακριβώς, το αντίστροφο ισχύει με κομματικά ανεξάρτητες φοιτητικές παρατάξεις, όταν αυτές διατυπώνουν πολιτικές θέσεις, επειδή μπορεί μεν να διασκεδάζουν την όποια καχυποψία συνοδεύει τις υπόλοιπες, αλλά είναι καταδικασμένες στην αναζήτηση ενός πολιτικού φορέα που να καθιστά ρεαλιστική την προοπτική που προτείνουν.