Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Για την Διαλεκτική , την Επιστήμη και το Προτσες της Γνώσης κατα Μανωλεδάκη- Μέρος 2/3, by Black Jaguar



3.1) Η πορεία εξέλιξης της Φιλοσοφίας του Δικαίου

Άμα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε σε αδρές γραμμές το προτσές, την διαλεκτική πορεία, εξέλιξης της φιλοσοφικής βάσης του δικαίου, θα δούμε ότι χοντρικά, μέσα απο την κοινωνική και φυσική εξέλιξη και τους διάφορους κοινωνικούς αγώνες των πρωτοπόρων κομματιών της κοινωνίας ( νομομαθείς, αστοί κτλ, ανάλογα με την εποχή), θα παρατηρήσουμε οτι πολύ χοντρικά πέρασε τα εξής στάδια: α) απο το στάδιο της Μεταφυσικής (είτε πλήρους/άγραφος νόμος είτε με υλιστικά στοιχεία/ γραπτά κείμενα- νίκη της φεουδαρχίας), β) στο στάδιο της Διαλεκτικής σκοπιάς του (κατάκτηση των αστικών επαναστάσεων) , εως το γ) την σύγκρουση ανάμεσα στην ουσιοκρατία ή τον τεχνοκρατισμό ( σήμερα).
Η διάκριση αυτή προφανώς ούτε απόλυτη είναι, καθώς στοιχεία διαλετικής στο δίκαιο υπήρχαν και πριν την πλήρη καθιέρωση της απο τον αστικό ιδεαλισμό, ούτε ακριβώς αυτή η εξέλιξη είχε αυτή τη γραμμικότητα, ούτε καλύπτει ολόκληρο τον πλούτο της δικαιακής και κοινωνικής εξέλιξης. Ωστόσο, είναι χρήσιμη για να αντιληφθούμε βασικά την σημασία των βημάτων/αλμάτων που έγιναν, την ουσία της ιδεολογικής σύγκρουσης στο δίκαιο, για να πάρουμε μια γενική εικόνα της σημασίας της πορείας και της συνεισφοράς μεγάλων αγώνων στο κοινωνικό, οικονομικό και επιστημονικό επίπεδο.


Αν αναλύσουμε τα τρία στάδια ιστορικά, το στάδιο της Μεταφυσικής συνδέεται με την περίοδο που είτε το Δίκαιο ήταν καθαρά θρησκευτικό, απέρρεε δηλαδή ως άμεση βούληση του Θεού στην κοινωνική διαμόρφωση και ζωή, είτε αργότερα, όταν εκπορεύοταν απο τα χείλη του ελέω Θεού Αυτοκράτορα στους υπηκόους του ( περίοδος Αυτοκρατοριών). Το βασικό στοιχείο ήταν ότι οι νόμοι δεν έρχονται για να καλύψουν τις κοινωνικές ανάγκες, δεν αποτελούν κομμάτι της κοινωνικής μελέτης και πάλης, αλλά αποτελούν την βούληση του Θεού που εκφράζεται απο ανθρώπινα χείλη ( εξουσία στον ελέω Θεού) είτε απο τα μεγάλα γραπτά κείμενα των θρησκειών ( πχ το Κοράνι ή ο εβραιικός Νόμος, ενώ ήταν κατά βάση θρησκευτικά κείμενα, παράλληλα ρύθμιζαν την οργάνωση ολόκληρης της κοινωνίας. Ο θρησκευτικός Νόμος ήταν ο νόμος).

Ο μεταφυσικός (ή προμαρξιστικός) υλισμός( το δεύτερο στάδιο της μεταφυσικής σκέψης, μετά τον μεταφυσικό ιδεαλισμό) εξέταζε τα προβλήματα της γνώσης και της πραγματικότητας χωρίς να λαβαίνει υπόψη την κοινωνική φύση των ανθρώπων, χωρίς να λαβαίνει υπόψη την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, και εξαιτίας αυτού ήταν ανίκανος να εννοήσει, πως η γνώση εξαρτάται από την κοινωνική πράξη, πως δηλαδή εξαρτάται από την παραγωγή και την κοινωνική/ταξική σύγκρουση.

Υπο το πρίσμα ωστόσο της ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης, η επιταγή για ένα δίκαιο πραγματολογικό, εξελικτικό, δυναμικό, συμβάδιζε άψογα με την εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος, ενός συστήματος ραγδαία διαφορετικού απο την στατικότητα, τόσο της φεουδαρχίας όσο και του δουλοκρατικού συστήματος. Απο τους μεγάλους αστούς ιδεολόγους, γεννήματα των ιδεώδων της Γαλλικής επανάστασης, αναμφίβολλα αυτός που επανέφερε συγκροτημένα την διαλεκτική στο παγκόσμιο φιλοσοφικό και επιστημονικό προσκήνιο και έθεσε τις βάσεις για την κοινωνική της χρήση, ήταν ο Χέγκελ. Το έργο ολοκλήρωσαν οι Μαρξ και Ένγκελς, που προσέδωσαν τα βασικά αναγκαία υλιστικά στοιχεία στην διαλεκτική, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει με πραγματικό και ρεαλιστικό τρόπο στις κοινωνικές επιστήμες. Μετέπειτα ηγέτες προλεταριακών επαναστάσεων, όπως ο Μαο στο έργο του “Για την πράξη”, ενέταξαν την ίδια την επιστημονική πάλη μέσα στο προτσές της κοινωνικής πράξης :
πιο συγκεκριμένα:
Η κοινωνική πράξη των ανθρώπων δεν περιορίζεται σε μόνη την παραγωγική δραστηριότητα˙παίρνει και άλλες πολλές μορφές ακόμα: της ταξικής πάλης, της πολιτικής ζωής, της δραστηριότητας, που αναπτύσσεται στο πεδίο της επιστήμης και της τέχνης. Με δυό λόγια, ο κοινωνικός άνθρωπος συμμετέχει σ’ όλους τους τομείς της πρακτικής ζωής της κοινωνίας.” ( Maο Τσε Τουνγκ, Για την Πράξη).Και συμπληρώνει : “ Γνώση, θα πει επιστήμη, και η επιστήμη δεν θα μπορούσε να ανεχθεί ούτε την ελάχιστη υποκρισία, ούτε την ελάχιστη υπεροψία˙ ίσα – ίσα, εκείνο, που της χρειάζεται απόλυτα είναι ακριβώς το αντίθετο: η τιμιότητα και η μετριοφροσύνη. Αν θέλουμε να αποκτήσουμε γνώσεις, πρέπει να πάρουμε μέρος στην πράξη, που μετασχηματίζει την πραγματικότητα. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη γεύση του αχλαδιού, πρέπει να το μεταμορφώσει δοκιμάζοντάς το. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη σύσταση και τις ιδιότητες του ατόμου, πρέπει να καταπιαστεί με φυσικά και χημικά πειράματα, να μεταβάλλει την κατάσταση του ατόμου. Όποιος θέλει να γνωρίσει τη θεωρία και τις μεθόδους της επανάστασης, πρέπει να πάρει μέρος στην επανάσταση.
Όλες οι αυθεντικές γνώσεις είναι καρπός άμεσης πείρας. Ωστόσο ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει άμεση πείρα για όλα τα πράγματα και, στην πραγματικότητα, οι περισσότερες γνώσεις μας είναι προϊόν έμμεσης πείρας... ( Μαο Τσε Τουνγκ, Για την Πραξη)


Το ελληνικό δίκαιο είχε την δική του πορεία εξέλιξης, που ακολούθησε την ίδια την ιστορική διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους : ένα κράτος οικονομικά και κοινωνικά οπισθοδρομικό, με ατελής ακόμα φεουδαρχικές δομές, που η ξενόφερτη ανεξαρτησία το ανάγκαζε να κάνει οδυνηρά άλματα για να φτάσει τους Δυτικούς εταίρους. Η πορεία μέχρι την αστικοποίηση, που χοντρικά ολοκληρώθηκε με το πέρας του Β' παγκοσμίου πολέμου, βρήκε το ελληνικό Δίκαιο έναν Φραγκενστάϊν ανάμεσα σε δίκαια είτε ξενόφερτ
α ( Γαλλικά, Γερμανικά, Βέλγικα κτλ) είτε δανεικά του παρελθόντος ( βυζαντινό, ρωμαϊκό, Οθωμανικό δίκαιο). Μετά απο αγώνες για την επίτευξη της αναγκαίας συνοχής στο συγκεκριμένο επίπεδο του νομικού οικοδομήματος, αναζητήθηκε η αναγκαία προσπάθεια να δαμαστεί όλη αυτή η
δικαιική πολυμορφία, με την προσφυγή σε γενικά εργαλεία και κριτήρια σκέψης. Η διαλεκτική ήταν το βασικό φιλοσοφικό θεμέλιο και εργαλείο για την σύγχρονη επιστημονική νομική σκέψη. 

Πλέον μπαίνουμε σε μια διαδικασία όπου το δίκαιο , η επιστημονική και νομική σκέψη, δεν λογίζονται έξω απο την πραγματικότητα, οι νόμοι δεν υπάρχουν έξω απο τις κοινωνικές διεργασίες που τους γεννούν, δεν είναι ένα κρύο κατασκεύασμα σε δώματα υψηλά και δυσπρόσιτα ( μια εικόνα απο Κάφκα, ίσως), δεν πέφτουν απο τον ουρανό στις γκλάβες των “πολύξερων και προικισμένων” αλλά υπάρχουν για να εξυπηρετούν τις ανάγκες της κοινωνίας και της εξέλιξης της, γεννιούνται μέσα απο αυτήν την εξέλιξη της κοινωνίας, γεννιούνται μέσα απο τις κοινωνικές ανάγκες και συγκρούσεις. Οι νόμοι δεν είναι στατικοί χάρτες, αλλά εύπλαστο υλικό που έρχεται να καθορίστει και να καθοριστεί, να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί μέσα στο λαό και την κοινωνία. (Τουλάχιστον, αυτή είναι η θεωρία του δικαίου των αστικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα: το ότι σήμερα δεν εφαρμόζεται ή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τεχνοκρατικά ή ιδεαλιστικά του σύνορα, έχει να κάνει κυρίως με την πολιτική, ιδεολογική και οικονομική αντοχή του καπιταλιστικού συστήματος, ειδικά στην εποχή της βαθύτερης κρίσης του. Όμως, αυτό, δυστύχως ή ευτυχώς, δεν είναι του παρόντος.)

Στο έργο του, “Εισαγωγή στην Επιστήμη”, ο Μανωλεδάκης ξεκινά προσπαθώντας να ορίσει την επιστήμη. Την ορίζει ξεκινώντας και γλωσσικά, ως την απόλυτη γνώση ενός συγκεκριμένου φαινομένου. Και είναι σημαντικό αυτό, καθώς αντιλαμβανόμαστε ότι ο επιστήμων, ο είδήμων, ο ειδικός δηλαδή, δρα σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο: όπως προχωράει και ο ίδιος, το ζητούμενο της απόλυτης και αντικειμενικής αλήθειας μπορεί να έρθει μόνο μέσα απο την χρήση αφηρημένων εννοιών, μέσα απο την χρήση φιλοσοφικών εργαλείων, μέσα απο την διαμόρφωση μιας συνολικής και συνεκτικής αντίληψης για το συνολικό κοσμολογικό είναι, μίας κοσμοαντίληψης. Ο ίδιος, αφού κάνει ένα διαχωρισμό στις σχολές της φιλοσοφικής σκέψης (υλισμός, ιδεαλισμός, αγνωστικισμός) τάσσεται υπέρ του υλισμού, της ρεαλιστικής, αντικειμενικής, πραγματολογικής και κοινωνιολογικής επιστημονικής προσέγγισης της πραγματικότητας.


3.2) Η ανάλυση του προτσές απόκτησης της γνώσης κατά Μανωλεδάκη

Αντικείμενο του συγκεκριμένου κεφαλαίου που θα αναλύσουμε είναι χοντρικά η διαλεκτική πορεία, το προτσές, της γνώσης, πώς αποκτάται, πώς γυρίζουμε στην πραγματικότητα, πώς σπάμε τις παραστάσεις.
Έχουμε ήδη αναλύσει στο προήγουμενο κεφάλαιο την έννοια της διαλεκτικής. Εδώ, η εφαρμογή της στην επιστημονική έρευνα ίσως φωτίσει καλύτερα το περιεχόμενο της έννοιας.
Ο ίδιος θέτει στην αρχή ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές/δεδομένα,ως κατευθυντήριες γραμμές για την σωστή επίτευξη της συγκεκριμένης επιστημονικής έρευνας :
  1. Την ύπαρξη ενός αντικειμενικού κόσμου, υλικού, έξω απο την συνείδηση και την σκέψη μας, στοιχείο που το θέτει ώς αναγκαίο όρο για την επιστημονική μελέτη αυτής της πραγματικότητας. (Αντικειμενικό Επίπεδο)
  2. Απαραίτητα στοιχείο για την μελέτη του αντικειμενικού κόσμου είναι η αναζήτηση των σωστών εργαλείων, διαρθρωμένα σε πραγματολογική μέθοδο ερμηνείας, που θα μας οδηγήσει, με όπλο την διαλεκτική/φιλοσοφική σκέψη, στην πραγματική γνώση του εξωτερικού κόσμου, πέρα απο το ξεγέλασμα των αισθήσεων και τα αντικειμενικά όρια του ανθρώπινου εγκεφάλου. (Μέθοδος)
  3. Αναγκαίο είναι να αναζητήσουμε το πώς δομούνται δηλαδή οι εικόνες του πραγματικού κόσμου μές στο μυαλό και την συνείδησή μας, πώς καθρεπτίζεται η πραγματικότητα ως μία παράσταση μέσω των αισθήσεων στον εγκέφαλο μας, την οποία παράσταση πρέπει να ξεσκεπάσουμε για να βρούμε την πραγματικότητα εννοιών, την πραγματική αντικειμενική πραγματικότητα και τι ρόλο παίζει η συνείδηση του ανθρώπου στο καθρέπτισμα αυτό. (Υποκειμενικό επίπεδο)


Ξεκινώντας λοιπόν την ανάλυση της διαλεκτικής πορείας της γνώσης με την βοήθεια του Μανωλεδάκη, αντιλαμβανόμαστε ότι το πρώτο καθρέπτισμα του υλικού κόσμου στο μυαλό μπορούμε να το ονομάσουμε “Εμπειρία”. Η εμπειρία είναι πηγή κάθε γνώσης και με αυτήν εννοούμε την αισθητηριακή (μέσω των αισθήσεων) επαφή του ανθρώπου με τα αντικείμενα και τα φαινόμενα του εξωτερικού υλικού κόσμου. Αυτή η εμπειρική εικόνα, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν μένει σταθερή στο μυαλό μας , παρά συνεχώς εμπλουτίζεται, βαθαίνει και μετασχηματίζεται, μέχρι την απόκτηση αφηρημένης γνώσης πάνω σε ένα φαινόμενο. Η διαλεκτική διαδικασία/πορεία της εικόνας μέσα στη συνείδηση μας, απο την αισθητηριακή μέχρι την αφηρημένη γνώση, καλείται σκέψη.
Μελετώντας πώς επιδρά η συνείδηση μας πάνω στην εικόνα, θα μπορέσουμε να δούμε πώς ολοκληρώνεται η διαλεκτική πορεία του φαινομένου “Σκέψη”, πώς φτάνουμε στην τέλεια συγκεκριμένη γνώση, την επιστήμη.
α) Στο πρώτο στάδιο γνώσης, έχουμε την πρώτη, αδούλευτη, αισθητηριακή επαφή με τα αντικείμενα/φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου. Αντιλαμβάνομαι πχ μια ντομάτα με πρώτη εικόνα στην συνείδηση μου το χρώμα της, το σχήμα της, την υφή, την μυρωδιά, την γεύση της κτλ : η πρώτη επαφή γίνεται μέσω των αισθήσεων, ενστικτωδώς, μέσα στην φυσική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, γιαυτό και η πρώτη επαφή με οποιοδήποτε πράγμα ή φαινόμενο του αντικειμενικού κοόσμου είναι η αισθητηριακή.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποτελεί την ενότητα ενός χάους αλληλένδετων και πολύμορφων φαινομένων, τα οποία ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να τα αναλύσει όλα εξαρχής και ταυτόχρονα. Πλήθος παραστάσεων τυφλώνει τα μάτια μας, σαγηνέυει την μύτη μας, χαϊδεύει τα αυτιά μας. Ο εγκέφαλος, για λόγους χωρητικότητας και τάξης, δημιουργεί σχήματα στο κεφάλι για να χωρέσει τα αντικείμενα/φαινόμενα μέσα σε αυτά, με βάση κάποια κοινά χαρακτηριστικά που αντιλαμβάνεται με μία πρώτη ανάλυση τους. Αυτό το στάδιο της ατομικής γνώσης, το πρωτόλειο, το 
καθαρά εμπειρικό, το ονομάζει εικασία.

β) Μέσω της διαλεκτικής άρνησης της προηγούμενης κατάστασης, και με την συσσώρευση νέων ποσοτικών όρων ( θυμηθείτε την διαλεκτική ποσότητας ποιότητας στο προηγούμενο άρθρο), περνάμε στο δεύτερο στάδιο, αυτό της συγκεκριμένης γνώσης, της πεποίθησης. Ποιοί είναι οι ποσοτικοί όροι που συσσωρεύονται; Είναι αυτό που ονομάζουμε εμπειρική επιφόρητηση, δηλαδή η συνεχής και επαναλαμβανόμενη αισθητηριακή επαφή με το φαινόμενο/πράγμα. Καθώς, λοιπόν, ερχόμαστε συνεχώς σε επαφή με το πράγμα ( πχ το βλέπουμε ξανά, σε διάφορες φάσεις του και έτσι το αναλύουμε περισσότερο), αρχίζει στην συνείδηση μας μια διαδικασία αφαίρεσης των λιγότερων ουσιωδών γνωρισμάτων, ώστε να συγκρατήσουμε τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά του. Έτσι, αφαιρόντας την ατομικότητα απο το πράγμα που βλέπουμε και κρατώντας μόνο τα ουσιώδη στοιχεία του ( πχ για μια ντομάτα, ότι είναι κόκκινη και ζουμερή, με γλυκή γέυση και συγκεκριμένη μυρωδιά, και όχι το ιδιαίτερο σχήμα που μπορεί να έχει μία ντομάτα ατομικά ή το κοτσάνι που προεξέχει κτλ) μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να το συγκρίνουμε με άλλα συναφή αντικείμενα ( πχ μια άλλη ντομάτα θα την αναγνωρίσουμε κατευθείαν, επειδή η συνεχής επαφή μας με ντομάτες μας έκανε να επικεντρώσουμε στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της ντομάτας και να διαγράψουμε τα επουσιώδη όπως ένα εξόγκωμα κτλ: μας δημιούργησε μία πεποίθηση για την φύση τους). Η πεποίθηση είναι το δεύτερο στάδιο της γνώσης, το συγκεκριμένο επίπεδο, όπου πλέον αποκτούμε γνώση περι του συγκεκριμένου πράγματος και μπορούμε να εντάξουμε όσα έχουν τα ίδια ουσιώδη όμοια χαρακτηριστικά με αυτό στην ίδια ειδική κατηγορία ( πχ ντομάτες).

γ) Με την άρνηση ωστόσο και του β' σταδίου περνάμε στο τρίτο στάδιο, της αφηρημένης, γενικής γνώσης για το φαινόμενο/πράγμα. Σε αυτό το στάδιο αφαιρούμε ακόμα περισσότερα χαρακτηριστικά του φαινομένου, κρατόντας μόνο τα πολύ ουσιώδη και εντάσσοντας την έννοια σε μία ευρύτερη γενική κατηγορία ( πχ ντομάτες-φρούτα ή λαχανικά, δεν μπαίνω στο βάθος της αντιπαράθεσης!). Στο αφηρημένο πεδίο οι έννοιες είναι γυμνές απο οποιοδήποτε εμπειρικό και συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Το στάδιο αυτο σκέψης λέγεται διανόηση. Έτσι, πλέον με την επαφή μας με την ντομάτα, μπορούμε κατευθείαν να την εντάξουμε στην γενική της κατηγορία, με τα εκάστωτε γενικά χαρακτηριστικά, καθώς έχουμε φτάσει και σε μία πεποίθηση για τις ντομάτες και την έχουμε συνδιάσει και με τις πεποιθήσεις για άλλα παρόμοια πράγματα/φαινόμενα της ίδιας γενικής κατηγορίας ( πχ κρεμμύδια, μήλα κτλ)

Παράδειγμα της πορείας ενός φαινομένου απο την εικασία στην διανόηση:
α)ένα κομμάτι χρυσού τριγωνικού σχήματος που κατέχω, όταν θερμαίνεται, διαστέλεται. Ατομικό επίπεδο.
β) παρατηρώ ( εμπειρική επιφόρτηση) ότι και ένα κομμάτι χρυσού κυβικού, και ένα κομμάτι κυκλικού, και ένα κομμάτι κονωειδούς κτλ... σχήματος όταν θερμαίνονται διαστέλεται. Άρα, έχω την πεποίθηση ότι ο χρυσός ( το κίτρινο μέταλλο, ανεξαρτήτως σχήματος ή βάρους) θερμαινόμενος διαστέλεται. Αφαίρεση επουσιωδών γνωρισμάτων ( σχήμα) και συγκεκριμένο επίπεδο
γ) παρατηρώ ακόμη ( νέα εμπειρική επιφόρτηση) ότι και ο σίδηρος, και ο χαλκός και ο άργυρος.... (συσχέτιση με άλλα συγγενή φαινόμενα με παρόμοια ουσιώδη χαρακτηριστικά, κατηγορία Μέταλλα) θερμαινόμενα διαστέλλονται. Το παραπάνω είναι μέταλλα ( συγκεκριμένη πεποίθηση για κάθε ένα, για το χρυσό, το σίδηρο κτλ...). Άρα τα μέταλλα θερμαινόμενα διαστέλλονται. Διανόηση και αφηρημένη/καθολική κρίση.

Με την ολοκλήρωση του τρίτου σταδίου, πλέον η γνώση είναι ώριμη να γίνει επιστήμη, τέλεια γνώση, κομμάτι της πραγματικότητας εννοιών, μέσω της διαλεκτικής διαδικασίας της
Σύνθεσης. Η γνωστική λειτουργία περνά απο το στάδιο της εικασίας, της πεποίθησης και της διανόησης. Κάθε στάδιο αποτελεί ποσοτικό όρο για το επόμενο ποιοτικό ανέβασμα. Η αντιθετική και συγκρουσιακή σύνθεση αυτών των σταδίων οδηγεί στην ολοκληρωμένη είκόνα του φαινομένου της γνώσης.
Η άρνηση της εικασίας εκφράζεται με την πεποίθηση και η άρνηση της πεποίθησης με την διανόηση. Η όλη διάπλαση της γνώσης στο κεφάλι μας αποτελεί μια ενιαία διαδικασία, την οποία περνάει κάθε φορά ο εγκέφαλος, όταν έρχεται σε αισθητηριακή επαφή με ένα φαινόμενο και θέλει να μας παραπέμψει στην εκάστωτε νοητική κατηγορία: ουσιαστικά, ο εγκέφαλος κάνει save την διαδικασία και κάθε φορά επεξεργάζεται με την ίδια διαδικασία την εκάστωτε εικόνα, μέχρι το ποιοτικό ανέβασμα της διαδικασίας. Σαν ένα πρόγραμμα, ο νους κάνει κάθε φορά την ίδια πορεία και περνά την κάθε εικόνα απο τις εκάστωτε στιγμές της διαλεκτικής της εξέλιξης, την ατομικότητα(εμπειρικό), την μερικότητα(συγκεκριμένο) και την καθολικότητα (γενικό).

Όπως αναλύσαμε στο κεφάλαιο για την ποσότητα-ποιότητα, τα προηγούμενα στάδια γνώσης δεν χάνονται κάθε φορά με το ποιοτικό ανέβασμα της γνώσης, παρά αποτελούν πλέον νέα ποσοτικά στοιχεία που συνεισφέρουν στην ποιοτική αλλαγή ( πχ η εικασία παραμένει για ένα φαινόμενο, ενσωματωμένη μέσα στην πεποίθηση κτλ).
Αυτή είναι η διαλεκτική πορείας της σκέψης. Η καθολική γνώση συνεχώς μετασχηματίζεται και δεν σταματάει ποτε το κυνήγι κατάκτησης της πραγματικής και αφηρημένης γνώσης, μέσα στην όλη διαδικασίας προσέγγισης της πραγματικότητας εννοιών, της πραγματικής αντικειμενικής πραγματικότητας, όπως είναι και όχι όπως νομίζουμε ότι είναι. Η χρησιμότητα της επιστημονικής γνώσης έγκειται στην κάθε φορά ανάγκη και το χρέος του επιστήμονα να παρεμβαίνει στην πραγματικότητα.
Η καθολική γνώση είπαμε δεν μένει ακίνητη, όταν την αποκτήσουμε η ατομικότητα δεν καταργείται, παρά αντίθετα, με την αφηρημένη γνώση επιστρέφουμε ξανά στο ατομικό επίπεδο, στην ντομάτα που έχω στο χέρι μου, φωτίζοντας με την γενική γνώση για την φύση και τον ρόλο της το ίδιο το ατομικό επίπεδο. Άρα, και η ίδια η γνώση δεν είναι κάτι στατικό, αλλά κινείται συνεχώς, απο την ατομική στην αφηρημένη γνώση, και απο την αφηρημένη γνώση, την ορθολογική, ξανά στο ατομικό, ξεκινώντας πλέον μια νέα διαδικασία: αυτήν της αξιοποίησης της ορθολογικής γνώσης και προσπάθειας παρέμβασης στην πραγματικότητα, με σκοπό 1) να την μετασχηματίσω 2) να επαληθεύσω τις γνώσεις μου.
Πώς επιστρέφουμε, όμως, στην πραγματικότητα; Ποιά είναι εκείνη η διαδικασία για να μετατρέψω το πνεύμα σε ύλη, για να επιστρέψω στην πράξη, ώστε να μετασχηματίσω την πραγματικότητα και να βαθύνω την γνώση; Άμα δεχόμαστε ότι η επιστημονική γνώση έρχεται με τον μετασχηματισμό της πραγματικότητας, η πάλη για τον επιστημονικό πειραματισμό είναι συνεχές καθήκον ενός επιστήμονα και οποιουδήποτε προοδευτικού ανθρώπου, πάλη η οποία αναμφισβήτητα χρειάζεται ενα φιλοσοφικό οπλοστάσιο. Ανεξάρτητα αυτών, είναι φανερό ότι η πράξη έχει τα πρωτεία στην επιστημονική σκέψη, όχι μόνο γιατί είναι η πρώτη ύλη του πνεύματος, όχι μόνο γιατί το πνεύμα δημιουργείται απο υλικές (νοητικές, τα όργανα/μύες του εγκεφάλου) στην βαθύτερη ουσία τους διεργασίες, αλλά και γιατί η πραγματικότητα είναι η ίδια το δικαστήριο του εαυτού της: Πάντα, η όποια άποψη αποκτούμε για τα πράγματα, που την διαμορφώνουμε με βάση τις τάδε ή δείνα επεξεργασίες και προσλαμβάνουσες, έχει τελικό αποδέκτη την ίδια την πραγματικότητα, εκεί είναι το δικαστήριο των ορθολογικών μας απόψεων. Εκεί θα δούμε πειραματικά τι ισχύει και τι όχι και αποκομίζοντας εμπειρία απο τα σωστά και τα λάθη μας, πλουτίζουμε την γνώση μας και συνεχώς προσεγγίζουμε ( χωρίς ποτέ μάλλον να φτάσουμε απολύτως) την αντικειμενική υλική πραγματικότητα, την πραγματικότητα εννοιών.


Η επιστροφή στην πραγματικότητα/ύλη/πράξη ή ο μετασχηματισμός του πνεύματος σε ύλη, όμως, πώς γίνεται , και πώς μετέχει ο εγκέφαλος σε αυτό; Ο Μανωλεδάκης ονομάζει την διαδικασία αυτή η δημιουργική ικανότητα του νού, που ενεργοποιείται απο την βούληση, την ανάγκη, καθώς επιστρέφουμε απο το γενικό, την αφηρημένη γνώση, στο ατομικό, τις ανάγκες, ψάχνουμε τρόπο να τις καλύψουμε.
Η διαδικασία αυτή, η δεύτερη φάση του προτσές της γνώσης, ο μετασχηματισμός της ορθολογικής γνώσης σε πράξη, θα αναλυθεί σε επόμενο άρθρο που θα έρθει οσονούπω. 






Δεν υπάρχουν σχόλια: