Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Αφιέρωμα: Οι αιτίες της κρίσης, όταν το πραγματικό* της κρίσης συναντά την πραγματικότητα του κοινωνικού μας οικοδομήματος. Του Δημήτρη Μανωλίδη

Μέρος Πρώτο
*ο όρος πραγματικό aναφέρεται στο "πραγματικό" όπως το εννόησε και ανέπτυξε ο Ζακ Λακάν
 

Πρόλογος
Είναι δεδομένο πως για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί μια, κατά κοινή ομολογία, προβληματική κατάσταση θα πρέπει πρώτα να ανιχνευθεί το πρόβλημα. Εν προκειμένω βρισκόμαστε παγκοσμίως σε μια υφεσιακή κατάσταση μετά την κρίση του 2008 από την οποία δεν μπορούμε να βγούμε. Αντιθέτως οι πολιτικές προς την αντιμετώπιση της ύφεσης που ακολουθούνται μοιάζουν και είναι οικονομικά άτοπες, κοινωνικά άδικες και στην πραγματικότητα επιδεινώνουν την κατάσταση. Έχουμε όμως εξακριβώσει ποιες είναι οι αιτίες της κρίσης που μας ταλανίζει τα τελευταία χρόνια; το προβληματικό εκείνο στοιχείο που διατάραξε την ομαλή πορεία των κοινωνικών πραγμάτων; Μόνον εφόσον το ανιχνεύσουμε θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την κατάσταση.

Προβλέψεις για χρεοκοπία της Ελλάδας, απειλές για έξοδο από την ευρωζώνη, δυσοίωνες οικονομικές εκτιμήσεις, ανικανοποίητες αγορές, υποβαθμίσεις, συνεχής άνοδος των spreads, μέτρα λιτότητας, μέτρα ,μέτρα, φόροι και χαράτσια…ύφεση, ανεργία, φτώχεια, αγανάκτηση…..
Αυτές οι λέξεις συνοψίζουν πιθανότατα όλη τη μετά-μνημόνιο εποχή.  Δίχως να αρνούμαστε τις εγγενείς αδυναμίες του Ελληνικού κράτους, είναι πλέον σε όλους γνωστό και παραδεδεγμένο ότι η ελληνική δημοσιονομική κρίση όχι μόνο δεν είναι η μοναδική δημοσιονομική κρίση, καθώς πάμπολλα κράτη αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, αλλά κι ότι αντλεί τις ρίζες της από κάτι πιο γενικό, κάτι μεγαλύτερο κι ευρύτερο από την ελληνική οικονομία.

Το κραχ
Όλα ξεκίνησαν από τη λεγόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ όταν έσκασε η φούσκα στα ακίνητα, η οποία είχε γιγαντιαίες διαστάσεις, πολύ μεγαλύτερες από άλλες φούσκες ακινήτων στο εξωτερικό. Η φούσκα των ακινήτων σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ (την περίοδο 2000-2006 οι τιμές αυξήθηκαν πάνω από 100%) διευκόλυνε την υπέρ-κατανάλωση (μέσω δανεισμού βασισμένου στην αυξημένη αξία των ακινήτων) και αποτέλεσε τη βασική... «πηγή» της κρίσης.
Η εκτόξευση των τιμών
(φούσκα) των κατοικιών στις ΗΠΑ οδήγησε σε μία ραγδαία εξάπλωση στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου, από 9% των συνολικών στεγαστικών το 2003 σε 24% το 2007, σε κατηγορίες νοικοκυριών που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να έχουν δανειοδοτηθεί.Τα δάνεια υψηλού ρίσκου (subprime) με μόνη εγγύηση την αναμενόμενη αύξηση στην τιμή της κατοικίας αποτελούσαν το υπόβαθρο δημιουργίας, δομημένων προϊόντων που αγοράστηκαν από κερδοσκοπικά κεφάλαια (hedge funds), ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτικές τράπεζες εντός και εκτός των ΗΠΑ. Η αγορά των subprime στηρίχτηκε στο φθηνό χρήμα. Με την έναρξη του ανοδικού επιτοκιακού κύκλου, όλο και περισσότεροι δανειολήπτες δεν ήταν πλέον σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Η κρίση αυτή οδήγησε σε κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς οι τράπεζες είχαν δανείσει υπερβολικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια είχαν παιχτεί στις διεθνείς αγορές με τη μορφή παραγώγων κ.λπ. Η κρίση, λοιπόν, μετεξελίχτηκε σε τραπεζική. Από την τραπεζική κρίση περάσαμε γρήγορα σε κρίση της οικονομίας, σε ύφεση, λόγω της κατάρρευσης των εξαγωγών, της συρρίκνωσης της ζήτησης. Συνέβη, δηλαδή, ένα ντόμινο παγκοσμίως. Αυτά γίνονταν γύρω στο 2008-2009. Τότε, τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας, παρενέβη το κράτος παγκοσμίως για να αποτρέψει τα χειρότερα, δηλαδή την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και την περαιτέρω γιγάντωση της ύφεσης. Παρενέβη διασώζοντας τις τράπεζες και τονώνοντας τη ζήτηση. Αυτό όντως είχε θετικά αποτελέσματα για σύντομο χρονικό διάστημα. Οι τράπεζες σώθηκαν, σχετικά γρήγορα μάλιστα αποκαταστάθηκε και η κερδοφορία τους, και η ζήτηση κρατήθηκε σε λογικά επίπεδα. Τουλάχιστον δεν κατέρρευσε συνολικά.

Το αποτέλεσμα, όμως, άρχισε να διαφαίνεται προς το τέλος του 2009, με την εμφάνιση της δημοσιονομικής κρίσης, ακριβώς γιατί το κράτος είχε παρέμβει για να λειτουργήσει πυροσβεστικά, ξοδεύοντας έτσι τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία και δημιούργησαν ή διόγκωσαν ελλείμματα και δημόσια χρέη. Η δημοσιονομική κρίση, η οποία εμφανίζεται σε πολλά μέρη στον κόσμο, έλαβε οξύτατες μορφές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό, δηλαδή, που άρχισε να ζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως η περιφέρεια ήταν η δημοσιονομική κρίση, η οποία αποτελούσε την τελική φάση της παγκόσμιας κρίσης που ξεκίνησε το 2007. Το λεγόμενο κραχ όμως δεν είναι η αιτία, παρά το αποτέλεσμα, το ξέσπασμα της κρίσης. Τι λοιπόν δημιούργησε αυτήν την κρίση που βιώνουμε σήμερα;

Οι κύριες αφηγήσεις
Τίποτα δεν λέγεται στην τύχη, αυτό είναι δεδομένο: πάντα έχει σημασία τι πιστεύει ο κόσμος. Επομένως ένας καλός τρόπος να ξεκινήσουμε την αναζήτησή μας είναι να ακούσουμε τις κύριες αφηγήσεις για το τι επιτέλους φταίει. Υπάρχουν λοιπόν πάμπολλες θεωρίες και εξηγήσεις για το τι πραγματικά συμβαίνει και για το πώς φθάσαμε εδώ ως κόσμος γενικότερα κι ως Ελλάδα ειδικότερα.
  •          Υπάρχει λοιπόν μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία ο Έλληνας είναι εκ γενετής τεμπέλης και επιρρεπής στη διαφθορά. Έτσι έχτισε ένα κράτος που πήρε αυτά τα στοιχεία του, προϊόν κακοδιαχείρισης και στηριζόμενο με δανεικά κι αγύριστα. Όταν δε έσκασε η μεγάλη τρικυμία (βλέπε κρίση του 2008) αυτό άρχισε να βυθίζεται. 
  •          Απ’ την άλλη είναι κάποιοι που πιστεύουν πως για όλα φταίει ο ξένος παράγων. Είτε το εννοούν πως έρχονται οι ξένοι μετανάστες και μας παίρνουν τις δουλειές προκαλώντας ανεργία και ύφεση με αποτέλεσμα μια αδύναμη οικονομία, είτε πως κάποιες έξωθεν ομάδες επιβουλεύονται επιχειρώντας κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον της Ελλάδας.
  •          Μια άλλη αφήγηση λέει πως φταίει ο νεοφιλελευθερισμός: ο οποίος εφαρμόζεται ουσιαστικά στην Ελλάδα από την εποχή του Μητσοτάκη (ούτε ο σοσιαλιστής Σημίτης αντιστάθηκε, ούτε ο λαϊκός Καραμανλής, ούτε ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς Παπανδρέου) και πως η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί αντίστοιχα μόνο με μια κεϋνσιανή κοινωνική πολιτική που θα αυξήσει τη ζήτηση και την κατανάλωση και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας.
  •          Υπάρχει βεβαίως και η αφήγηση που ορμώμενη από τη μορφή με την οποία ξέσπασε η κρίση, το γεγονός δηλαδή πως αυτή ήταν χρηματοπιστωτική, ανιχνεύει την αιτία της στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην υπερδιόγκωσή του και στην έλλειψη σοβαρού ελέγχου του από κράτη και διεθνείς θεσμούς.
  •          Κάποιοι άλλοι αναζητούν και βρίσκουν τις αιτίες της κατάστασης που βρισκόμαστε στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και κυρίως στη δομή της νομισματικής ένωσης.
  •          Τέλος είναι και κάποιοι που θεωρούν την κρίση αυθεντικό αποτέλεσμα της ομαλής λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος (αν και η λέξη δεν ακούγεται εύηχα σε κάποια αυτιά, όπως λέει και ο Μπρωντέλ, «όταν τη διώχνεις πάντα αυτή επιστρέφει»)

Πιθανότατα κάποιοι έχουν δίκιο και κάποιοι άλλοι άδικο, ή μπορεί να μην ισχύει τίποτα από τα παραπάνω…Ίσως όμως να ισχύουν τα περισσότερα, αν όχι όλα τους. Δηλαδή μήπως τελικά δεν πρόκειται για απλά μια αιτία αλλά για ένα σύνολο παραγόντων και καταλυτών που συνθέτουν μια πολυδιάστατη αιτία στο πλαίσιο μιας έτσι κι αλλιώς πολύπλοκης πραγματικότητας;
Ας κάνουμε λοιπόν μια προσπάθεια σύνθεσης του πάζλ που δημιουργείται αν θεωρήσουμε πως όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί/αιτιάσεις ισχύουν: Ας πάρουμε τα αίτια απ’ το μεγαλύτερο στο μικρότερο (από άποψη χωροχρονική).

Καπιταλισμός λοιπόν
Δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις. Πρόκειται για ένα κοινωνικό σύστημα που εμφανίστηκε τα τέλη του 16ου αιώνα στην Ευρώπη και έκτοτε έχει επεκταθεί σε όλον τον κόσμο. Βασίζεται στην αέναη συσσώρευση κεφαλαίων ("πόρων προς αυγάτισμα") με μοναδικό στόχο το συνεχές κέρδος. Για την ακρίβεια η πορεία του κεφαλαίου είναι η εξής:

Το (αρχικό)Χρήμα μετατρέπεται σε Παραγωγικό Κεφάλαιο {αυτό που λέμε παραγωγή, που αποτελείται από το σταθερό (δομές, μηχανήματα) και το μεταβλητό κεφάλαιο(εργάτες)} το οποίο παράγει Εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά επιφέροντας στον παραγωγό/κεφαλαιούχο το αρχικό Χρήμα+ κέρδος (Χ-ΠΚ-Π-Χ+κ).Σύμφωνα με το Μαρξ εκείνο που προκαλεί το επιπρόσθετο κέρδος είναι η υπερεργασία των εργατών στο επίπεδο της παραγωγής, το γεγονός δηλαδή πως εργάζονται για παραπάνω χρόνο απ’ όσο πληρώνονται. Διαφορετικά στα πλαίσια της ανταλλαγής προϊόντων ο παραγωγός θα λάμβανε στο τέλος του κύκλου προϊόντα ίσης αξίας με εκείνα που έδωσε: με αποτέλεσμα να δίνει το αρχικό Χ και στο τέλος του κύκλου να λαμβάνει πίσω πάλι το αρχικό Χ και τίποτα παραπάνω. Δεδομένου όμως ότι τα προϊόντα δεν "παράγουν αξία", το μόνο στοιχείο του κύκλου που μπορεί να "παράξει αξία" είναι η εργατική δύναμη. Αυτή η επιπλέον αξία που παράγει ο εργάτης και την καρπώνεται ο παραγωγός προκειμένου να έχει τελικό πρόσθετο κέρδος ονομάζεται υπεραξία. Αυτή λοιπόν η κυκλική διαδικασία αποτελεί την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, στην οποία και βασίζεται το σύστημα.


Όταν όμως όλη η κοινωνία λειτουργεί έτσι ώστε συγκεκριμένα ιδιωτικά κεφάλαια να αυγατίζουν κάτι δεν πάει καλά. Έτσι έχουμε ως αποτέλεσμα την "αθλιότητα του καπιταλισμού". Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύστημα-ζούγκλα, που το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και το μεγαλύτερο κεφάλαιο απορροφά το μικρότερο. Ο οικονομικός δαρβινισμός είναι η τέλεια φράση για να το χαρακτηρίσουμε: αυτός που επιτυγχάνει τη συσσώρευση επιβραβεύεται, εκείνος όμως που δεν τα καταφέρνει χάνεται.

Ιστορικά, ο καπιταλισμός απελευθέρωσε τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις, τις οποίες και ο ίδιος ο Μαρξ θαύμασε. Από τον 16ο αιώνα που σημειώνεται η ανάπτυξη καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα έχει κάνει θαύματα. Λίγοι όμως έχουν χαρεί αυτά τα θαύματα καθώς το αποδοτικότατο αυτό σύστημα ήτανε ιδιαίτερα "μεροληπτικό" και το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας καταδικάστηκε σε φτώχεια και αθλιότητα.

Πρόκειται επίσης για ένα ασταθές κι εύθραυστο σύστημα καθώς είναι γεμάτο από "σκαμπανεβάσματα" με την έννοια ότι οι κρίσεις και οι υφέσεις αποτελούν… καθημερινότητα για αυτό. Είναι γεγονός ότι από το 1800 κι έπειτα κρίσεις και υφέσεις σημειώθηκαν κατά τόπους: το 1825, το 1847, το 1857, το 1873, το 1929, το 1973, το 1979, το 1987, το 1990, το 1994, το 1997/8, το 2001, το 2008. Πρόκειται για αυτό που ονομάζεται από πολλούς οικονομολόγους ως φάση Β του κύκλου Κοντράτιεφ. Οι κύκλοι Κοντράτιεφ (που αντλούν το όνομά τους από τον Ρώσο οικονομολόγο Κοντράτιεφ) κινούνται με μια φάση ανόδου (φάση Α) και μια φάση καθόδου (φάση Β) της οικονομίας, μέσης διάρκειας 25-30 εως 50 χρόνων η κάθε μια. Στις φάσεις ανόδου αντιστοιχούν περίοδοι ανάπτυξης νέων μονοπωλιακών προϊόντων και αύξησης μισθών. Οι φάσεις καθόδου χαρακτηρίζονται από την πτώση των τιμών λόγω του ανταγωνισμού και τη μείωση των μισθών (και παράλληλα της ζήτησης) για τη διατήρηση του κέρδους του παραγωγού, και, μεταξύ άλλων, από υπερκεφαλαιοποίηση και μείωση των συναλλαγών.

Αυτή η εναλλαγή κινούταν "ομαλά" μέχρι τη δεκαετία του 1970 οπότε το σύστημα έφτασε στα όριά του, καθώς η παραγωγή έπαψε σταδιακά να αποδίδει τα δέοντα κέρδη. Πρόκειται για αυτό που λέμε μείωση του ποσοστού κέρδους, σε σημείο όμως καμία επένδυση να μην αξίζει καθώς το κέρδος που θα απέφερε να είναι αμελητέο. Όλο αυτό απείλησε το ίδιο το θεμέλιο του συστήματος: τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Πιο συγκεκριμένα, πέντε είναι κατά τον Βάλερσταιν, τα βασικά έξοδα της παραγωγής:
α) οι μισθοί
β) οι φόροι
γ) οι υποδομές
δ) οι πρώτες ύλες
ε) η διαχείριση των απορριμμάτων/αποβλήτων

Οι μισθοί (αναφερόμενοι και ως μεταβλητό κεφάλαιο) είναι μια συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως είναι κυρίως η οργανωμένη "πάλη" ανάμεσα σε παραγωγούς κι εργαζόμενους μέσω συνδικαλιστικών οργάνων, η σχετική εργατική νομοθεσία (εργατικό δίκαιο), η κατάσταση της οικονομίας και το μέγεθος του εφεδρικού στρατού (ομάδων, όπως οι άνεργοι ή οι μετανάστες, που λόγω της ανάγκης τους για εργασία δέχονται χαμηλότερους μισθούς με αποτέλεσμα να αναγκάζουν τον διαπραγματευόμενο μισθωτό να ρίξει τις απαιτήσεις του) κ.α. Το θέμα είναι όμως πως οι μισθοί μοιραία τείνουν προς επαύξηση λόγω της πολιτικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργατών. Η απάντηση των παραγωγών ήταν η μετακίνηση τους σε ζώνες με πιο "φθηνά εργατικά χέρια". Εκεί δηλαδή όπου η βιομηχανική καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα μεγάλα τμήματα πληθυσμού να βλέπουν μια σημαντική αύξηση στο εισόδημά τους με τους χαμηλούς μισθούς που τους δίνονταν (που σίγουρα ήταν μεγαλύτεροι απ' όσα κέρδη τους απέφερε η αγροτική απασχόληση). Όμως παγκοσμίως τέτοιες ζώνες έχουν σχεδόν εξαντληθεί καθώς σταθερά, το πολύ σε 20-30 χρόνια οι εργάτες οργανώνονται και αρχίζουν να διεκδικούν την αύξηση του μισθού τους.

Το ζήτημα των μισθών αποτελεί μια εγγενή αντίφαση του καπιταλισμού γιατί ενώ από τη μια αποτελούν ένα σημαντικό έξοδο των παραγωγών, που διαχρονικά επιδιώκουν τη μείωσή του προκειμένου να αυξηθεί το κέρδος τους, απ' την άλλη τροφοδοτούν την κατανάλωση καθώς ανάλογα με το μέγεθός τους τόσο μπορεί να τα καταναλώσει τα προϊόντα της παραγωγής ο μισθωτός. Όταν όμως λόγω της συμπίεσης των μισθών δεν υπάρχει κατανάλωση τα προϊόντα λιμνάζουν με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ή να επιβραδύνεται ο κύκλος του κεφαλαίου (Χ-ΠΚ-Π-Χ+κ)

Έπειτα οι φόροι είναι ένα επίσης σημαντικό έξοδο. Αν εξετάσουμε σε βάθος χρόνου τους φόρους που πληρώνουμε, υπάρχει μια σταθερή αυξητική τάση σε αυτούς. Αυτό αφ' ενός γιατί γινόμαστε σταθερά όλο και περισσότεροι (ποσοτικός παράγοντας). Κι αφ' ετέρου γιατί η συνεχής ανάπτυξη της τεχνολογίας ανεβάζει διαρκώς τα κόστη της υγείας, της παιδείας και κυρίως των συστημάτων κι εξοπλισμών ασφαλείας (ποιοτικός παράγοντας). Όλα αυτά πληρώνονται με λεφτά των φορολογούμενων με αποτέλεσμα η πραγματική φορολόγηση να αυξάνεται διαρκώς.

Τέλος οι υποδομές (γέφυρες, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια), η φροντίδα των πρώτων υλών και η διαχείριση των απορριμμάτων είναι κόστη τα οποία οι παραγωγοί φορτώνουν στους άλλους. Το κράτος φροντίζει για τις υποδομές. Το κόστος της αχόρταγης κι ασχεδίαστης εξάντλησης των πόρων (βλέπε πχ υλοτόμηση από τον Αμαζόνιο αδιαφορώντας για το περιβάλλον) το φορτώνονται οι πολίτες ενώ το κόστος της διαχείρισης των απορριμμάτων επίσης το αναλαμβάνει το κράτος καθώς οι παραγωγοί σπάνια φροντίζουν πραγματικά γι' αυτά ενώ συνήθως τα παρατάνε όπου ...βολέψει (σε ποτάμια και δημόσια οικόπεδα). Στο βαθμό που ασκούνται πιέσεις (λόγω της κρατικής πολιτικής, της οικολογικής συνείδησης κλπ) στους παραγωγούς να συμβάλλουν στην κάλυψη των παραπάνω στοιχείων, το συνολικό τους κέρδος μειώνεται. Όλα αυτά τα κόστη ανέβαιναν τη δεκαετία του 1970 σε σημείο απελπιστικό για τους παραγωγούς.

Η λύση στην πτώση του ποσοστού κέρδους πήρε δύο όψεις:
Από τη μια είχαμε την οικονομική στροφή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα κι απ' την άλλη την πολιτική στροφή στο  νεοφιλελευθερισμό.

Νεοφιλελευθερισμός
Ο Μίλτον Φρίντμαν, 
γκουρού του νεοφιλελευθερισμού
Ο νεοφιλελευθερισμός, το "κακό πρόσωπο του καπιταλισμού" (σε αντιδιαστολή με τον καπιταλισμό «με ανθρώπινο πρόσωπο» όπως αποκαλούταν στα πλαίσια της κευνσιανής πολιτικής) πρεσβεύει ότι ο καπιταλισμός έχει υποστεί διάφορες στρεβλώσεις λόγω της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία και επιζητεί την επιστροφή στον καθαρό φιλελεύθερο καπιταλισμό του Άνταμ Σμιθ. Όταν το κράτος δεν επηρεάζει τη λειτουργία της οικονομίας, αυτή βρίσκει από μόνη της το δρόμο της και με ένα αόρατο χέρι, σαν εκείνο για το οποίο έκανε λόγο ο Άνταμ Σμιθ, ρυθμίζονται όλα (οι τιμές, οι μισθοί κλπ) όπως πρέπει. Η συνταγή για την επίτευξη μιας τέτοιας κατάστασης είναι σύμφωνα με τη Ναόμι Κλάιν η ακόλουθη:


- Οι κυβερνήσεις πρέπει να καταργήσουν όλους τους κανόνες και τις ρυθμίσεις που εμποδίζουν τη συσσώρευση κερδών.
- Οφείλουν επίσης να πουλήσουν τη δημόσια περιουσία σε ιδιωτικές εταιρείες, ώστε να την εκμεταλλευτούν επικερδώς.
- Πρέπει να προβούν σε δραματικές περικοπές των κοινωνικών προγραμμάτων.
- Αν είναι αναγκαίο να υπάρχουν φόροι,  πρέπει να είναι χαμηλοί, ενώ πλούσιοι και φτωχοί πρέπει να φορολογούνται με βάση μια ενιαία φορολογική κλίμακα.
- Οι εταιρείες πρέπει να είναι ελεύθερες να πουλούν τα προϊόντα τους παντού σε όλον τον κόσμο ενώ οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να προστατεύουν τις εγχώριες βιομηχανίες ή την εγχώρια ιδιοκτησία.
- Όλες οι τιμές και οι μισθοί οφείλουν να καθορίζονται από την αγορά ( δίχως να υπάρχει κατώτατος μισθός ή οποιοδήποτε άλλο όριο).

Ήταν ουσιαστικά η προσπάθεια να μειωθούν τα κόστη της παραγωγής: μείωση του αναδιανέμοντος πλεονάσματος μέσω συμπίεσης των μισθών και περικοπών στο κράτος πρόνοιας, ανάληψη από το κράτος βασικών εξόδων των εταιρειών, άρση κάθε περιορισμού στην κίνηση των κεφαλαίων. Όλα αυτά προκειμένου να δοθεί λύση στην πτώση του ποσοστού κέρδους. Πάντως ενώ βραχυπρόθεσμα πράγματι οι νεοφιλελεύθεροι κατάφεραν να μειώσουν τους μισθούς και τα έξοδα για το κοινωνικό κράτος, αυτά αποδείχθηκαν πάγιες τάσεις με αποτέλεσμα τη μεσοπρόθεσμη αποτυχία του να δώσει λύση στο πρόβλημα της πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ (Βρετανία) και ο Ρόναλντ Ρήγκαν (ΗΠΑ)
ταύτισαν τα ονόματά τους με τη νεοφιλελεύθερη "επέλαση"
Αυτή λοιπόν η πτυχή του καπιταλισμού επικράτησε αντί του κευνσιανού μοντέλου από τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα. Η αρχή έγινε στις χώρες της Λατινικής Αμερικής με ναυαρχίδα τη Χιλή του Πινοσέτ. Το γεγονός ότι η πρώτη του εμφάνιση ήταν προϊόν στρατιωτική επιβολής σημαίνει πολλά (βλέπε Χιλή, Ινδονησία, Αργεντινή, Βραζιλία).  Σταδιακά ο νεοφιλελευθερισμός απέκτησε ισχυρά ερείσματα. Έτσι ήρθε η Θάτσερ στην Αγγλία και ο Ρήγκαν στην Αμερική και σιγά σιγά εξαπλώθηκε στις περισσότερες χώρες του κόσμου.


Η επικράτηση λοιπόν του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων ανισοτήτων, κόστισε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, καταδίκασε δισεκατομμύρια σε φτώχεια και περιθωριοποίηση, κατέστρεψε οικονομίες (και κοινωνίες) ολόκληρες, Όλα αυτά στο βωμό του επιπλέον πλουτισμού των ήδη πλουσίων. Έτσι επέτεινε τη προαναφερθείσα δομική αντίφαση του καπιταλισμού, η οποία και επεδιώχθη να αντιμετωπιστεί με το κεϋνσιανό μοντέλο κράτους πρόνοιας: μειώνοντας επιπλέον την οικονομική δύναμη των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων μειώθηκε και η αγοραστική τους δύναμη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να καταναλώνουν όσα πρέπει ώστε να έχουν όσο κέρδος θα ήθελαν οι κεφαλαιοκράτες. «Μπορείς να εξακολουθείς να μεταφέρεις εισόδημα από την εργασία στο κεφάλαιο χωρίς να έχεις πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και σε περιβάλλον έλλειψης συνολικής ζήτησης. Αυτό έχει συμβεί. Νομίζαμε ότι οι αγορές αυτορυθμίζονται. Δεν το κάνουν. Το άτομο μπορεί να σκεφτεί λογικά. Οι εταιρίες για να επιβιώσουν και να ευημερήσουν, μπορούν να πιέσουν το κόστος εργασίας όλο και περισσότερο προς τα κάτω, αλλά το κόστος εργασίας είναι το εισόδημα και η κατανάλωση κάποιου άλλου» σύμφωνα με τον οικονομολόγο Nouriel Roubini. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίστηκε με τρία μέσα σύμφωνα με τον Richard Wolff: "ο κόσμος άρχισε να δουλεύει περισσότερο σε παραπάνω από μια δουλειές, άρχισαν να εργάζονται και οι γυναίκες και οι έφηβοι και βεβαίως δόθηκε πίστωση". Το τελευταίο ήταν και το πιο αποτελεσματικό μέσο. Η κατανάλωση στηρίχθηκε στο δανεισμό: ιδιωτικό και κρατικό.

Χρηματοπιστωτικό σύστημα
Όμως στο χρηματοπιστωτικό σύστημα επικεντρώθηκαν και οι παραγωγοί/εταιρείες προκειμένου να αυξήσουν το συνολικό ποσοστό κέρδους τους. Βεβαίως το χρηματοπιστωτικό σύστημα υπήρχε ήδη πριν τον 20ο αιώνα με τη διαφορά όμως πως τότε είχε δευτερεύοντα χαρακτήρα. Το κέρδος λοιπόν που χρειαζόταν αναζητήθηκε αυτή τη φορά πρωτίστως εκεί, ενώ προηγουμένως η παραγωγή ήταν που είχε πρωτεύοντα χαρακτήρα. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάγκη των παραγωγών να διοχετεύσουν κάπου τα πλεονάζοντα κεφάλαιά τους καθότι υπήρχε ήδη πρόβλημα συσσώρευσης κεφαλαίων, τέτοιου μεγέθους που δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν με κανέναν γνωστό τότε τρόπο. Από τη στιγμή που αυτό λοιπόν δεν μπορούσε να γίνει στον τομέα της παραγωγής, οι κάτοχοι των μεγάλων κεφαλαίων στράφηκαν στη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία, όπου το πλεόνασμα που παράγει και οικειοποιείται το κεφάλαιο απορροφάται σε κερδοσκοπικές φούσκες που τελικά καταρρέουν, σκορπίζοντας το χάος και τον πόνο σε όλη την οικονομία.

Πολλοί πιστεύουν ότι για την κρίση του 2008 ευθύνεται αποκλειστικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο και διαχωρίζουν από τον καπιταλισμό. Κι όμως αυτά τα δύο δεν ξεχωρίζουν. Αντίθετα ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι λογική συνέπεια της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Είναι η αναζήτηση του κέρδους πέρα από την παραγωγή. «Η τράπεζα και η πίστη γίνονται το ισχυρότερο μέσο για την επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής πέραν από τα ίδια της τα όρια και ένας από τους ενεργότερους φορείς των κρίσεων και της κερδοσκοπίας» (Μαρξ, Κεφάλαιο 3ος τόμος)


Οι μεγάλες εταιρείες έκαναν επενδύσεις με βάση τα κέρδη τους (που έφθαναν και περίσσευαν) με αποτέλεσμα να μην χρειάζονται δάνεια. Έτσι οι τράπεζες στράφηκαν στα νοικοκυριά. Άρχισαν λοιπόν να παραχωρούν δάνεια σε αυτά, πολλές φορές μάλιστα με καθαρά κερδοσκοπικές προθέσεις γνωρίζοντας ότι οι δανειζόμενοι δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τα χρέη τους. Στον χρηματοπιστωτικό τομέα μπήκαν έτσι και οι απλοί εργαζόμενοι αρχικά ως δανειζόμενοι και στη συνέχεια ως μετέχοντες στο Χρηματιστήριο κι αγοράζοντας μετοχές, ομόλογα, παράγωγα και άλλα παρόμοια.Η αποτελεσματικότητά του όμως το καταδίκασε σε υπερβολική χρήση με αποτέλεσμα εν έτει 2011 σχεδόν όλα τα νοικοκυριά στις περισσότερες χώρες να χρωστάνε κάπου.

Όπως προελέχθη η υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα οφείλεται και στον νεοφιλελευθερισμό όχι όμως μόνο λόγω του γεγονότος ότι το δάνειο έγινε…τρόπος ζωής, αλλά και εξαιτίας της φτώχειας και της ανεργίας που είχαν προκληθεί, καθώς κι επειδή άρθηκαν οι περισσότεροι περιορισμοί του (κερδοσκοπικού) κεφαλαίου που είχαν θεσπιστεί μετά το κραχ του ‘29.

Ενδεικτικά:
-Στις 15 Αυγούστου 1971, η κυβέρνηση Νίξον ανακοίνωσε την αναστολή της γνωστής Συμφωνίας του Μπρέτον Γούντς (1944) που καθόριζε τις συναλλαγματικές ισοτιμίες διεθνώς, συνδέοντας συγχρόνως το δολάριο ως κυρίαρχο νόμισμα με τα αποθέματα σε χρυσό της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ. «Η απόφαση αυτή των Αμερικανών, να εγκαταλείψουν το «χρυσό κανόνα» της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό, οδήγησε, σταδιακά στην πλήρη απελευθέρωση του κεφαλαίου από τους συναλλαγματικούς ελέγχους. Η ενέργεια αυτή είχε ως συνέπεια να αυξηθεί εντυπωσιακά και ανεξέλεγκτα η ροή υπερεθνικών κεφαλαίων, χωρίς κανέναν περιορισμό από τις κεντρικές τράπεζες, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για ιδιαίτερα ριζοσπαστικά μέτρα χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης, προϊόν της οποίας είναι και η περιώνυμη παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, λέξη-κλειδί του νεοφιλελεύθερου οικονομικού λόγου από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 και εντεύθεν. Η μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος του κεφαλαίου από τη βιομηχανική παραγωγή στον χρηματοοικονομικό τομέα, το λεγόμενο «U-Turn», με στόχο την εξασφάλιση γρήγορου και υψηλού κέρδους, οδήγησε στην «υπερ-χρηματιστική οικονομία» με κυρίαρχο το κερδοσκοπικό κεφάλαιο.» υπογραμμίζει ο ομότιμος καθηγητής Ζήσης Παπαδημητρίου.

-Στις 12 Νοεμβρίου του 1999, ο πρόεδρος Κλίντον υπέγραφε την πράξη κατάργησης του Glass-Steagall Act αίροντας τους περιορισμούς που αντιμετώπιζαν οι τράπεζες στην επέκταση των δραστηριοτήτων τους και απελευθερώνοντας πλήρως το τραπεζικό σύστημα. Glass-Steagall ονομαζόταν ο νόμος που πέρασε το Αμερικανικό κογκρέσο το 1933 μετά από την κατάρρευση της αγοράς το ‘29. Ο νόμος αυτός κάλυπτε πολλά πράγματα αλλά βασικό χαρακτηριστικό ήταν να ξεχωρίσουν οι τράπεζες από τις επενδυτικές τράπεζες. Αν δηλαδή ήσουν χρηματιστηριακή εταιρεία, δεν μπορούσες να δέχεσαι καταθέσεις. Επίσης αν ήσουν τράπεζα, δεν μπορούσες να πουλάς μετοχές. Ο λόγος που το έκαναν αυτό ήταν διότι, το 1929, η μόχλευση για μετοχές ήταν περίπου στο 10!!! Σήμερα είναι 50% του συνόλου. Ήθελαν δηλαδή να περιορίσουν την μόχλευση από την μεριά των επενδυτών και να μην επιτρέψουν στις επενδυτικές τράπεζες να βάλουν χέρι σε καταθέσεις. Τον Νοέμβριο λοιπόν του 1999 πέρασε το Gramm-Leach-Bliley Act, που αναιρεί το Glass-Steagall. Μετά από περίπου 70 χρόνια, οι τράπεζες θα μπορούσαν να αγοράσουν (και επίσημα, διότι είχαν γίνει ορισμένες θεωρητικά παράνομες εξαγορές ακόμα και πριν το 99) επενδυτικές τράπεζες και μπορούσαν να προσφέρουν όλες τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κάτω από το ίδιο μαγαζί.

-Στις 28 Απριλίου του 2004 5 μέλη του SEC των ΗΠΑ συνταθήκανε με όλες τις μεγάλες τράπεζες της Wall Street για να ακούσουν εκκλήσεις για άρση των περιορισμών που είχαν οι τράπεζες όσο αναφορά πόση μόχλευση (χρέος) μπορεί αν έχουν. Οι τράπεζες ήθελαν να υπάρξει εξαίρεση για τις επενδυτικές τους τράπεζες ,έτσι ώστε να μπορούν να αναλάβουν (οι επενδυτικές τράπεζες) μεγάλο χρέος και στη συνέχεια αυτά τα κεφάλαια να πάνε στην μητρική εταιρεία έτσι ώστε αυτοί να επενδύσουν σε default swaps, στεγαστικά ομόλογα και άλλα εξωτικά επενδυτικά προϊόντα. Μεταξύ των προσώπων που ήταν σε αυτή την συνάντηση ήταν και ο Henry Pauslon (για λογαριασμό της Goldman Sachs) που δυο χρόνια αργότερα έγινε υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ. Μέσα σε δυο μήνες η απόφαση ήταν και οριστική και οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες είχαν πλέον την δυνατότητα να δανειστούν και να μοχλευτούν μέχρι τον λαιμό και ακόμα πάρα πέρα.Πέραν, δηλαδή, από την αναίρεση του Glass-Steagall, οι αρχές επέτρεψαν τις επενδυτικές τράπεζες να αναλάβουν πολύ μεγάλο ρίσκο και επιπλέον ο έλεγχος από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (για πολλούς και διάφορους λόγους) ήταν ανεπαρκής.

«Η μετατόπιση λοιπόν του επενδυτικού ενδιαφέροντος από την πραγματική οικονομία στο χρηματοπιστωτικό τομέα ενίσχυσε το ρόλο των τραπεζών στους κόλπους της παγκόσμιας οικονομίας, οι οποίες, προκειμένου να ανταποκριθούν στις συνθήκες άγριου ανταγωνισμού και για να εξασφαλίσουν αστρονομικά κυριολεκτικά κέρδη, προέβησαν στη δημιουργία και προώθηση παντός είδους νέων τραπεζικών προϊόντων, όπως παράγωγα κι ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια (subprimes). Δάνεια σε «hedge-funds» που χρηματοδοτούσαν μέσω μόχλευσης, με ελάχιστα ίδια κεφάλαια και πολλά τραπεζικά δάνεια κλπ.., με τα οποία κερδοσκοπούσαν ασύστολα, μέσω της τιτλοποίησης χρεών του κλάδου των ακινήτων, σε βάρος των νοικοκυριών που αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, όπως συνέβη στις ΗΠΑ, όπου και ξέσπασε πρώτα η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, Έτσι φθάσαμε σε σημείο μόλις το 8% του παγκόσμιου χρήματος να ανταποκρίνεται στην πραγματική οικονομία.» τονίζει ο ομότιμος καθηγητής Ζήσης Παπαδημητρίου.
Ενδεικτικός είναι ο παρακάτω πίνακας

Έτσι άρχισε σταδιακά η επικυριαρχία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολο της οικονομίας αλλά και της πολιτικής. Για παράδειγμα οι δυο μεγαλύτερες γερμανικές τράπεζες, η Deutsche Bank και η Commerzbank, μαζί έχουν 120% του ΑΕΠ της Γερμανίας ολόκληρης και η BNP Paribas, η μεγαλύτερη γαλλική τράπεζα, έχει 140% του Γαλλικού ΑΕΠ. Έτσι τα κράτη έχοντας ανάγκη από ρευστό είναι ως ένα σημείο λογικό να εξυπηρετούν τα συμφέροντα τέτοιων μεγαθηρίων.
Το κράτος παρέδωσε στην οικονομία σχεδόν κάθε τομέα της εξουσίας του επιτρέποντας την εμπορευματοποίηση κάθε είδους κοινωνικού αγαθού μέσω των αχαλίνωτων ιδιωτικοποιήσεων κι αφήνοντας το κερδοσκοπικό κεφάλαιο ανεξέλεγκτο κι αφορολόγητο. Οι πλέον υπερδυνάμεις είναι τεράστια τραπεζικά και επενδυτικά ιδρύματα διαπλεκόμενα με οίκους αξιολόγησης και πολυεθνικές.
Ως εκ τούτου οι λεγόμενες αγορές επιβάλλονται στις εθνικές πολιτικές. Έτσι στήνεται ένα σκηνικό, κατά το οποίο οι προαναφερθείσες δυνάμεις κερδίζουν από παντού.

Όμως, η πολιτική της αχαλίνωτης απορρύθμισης που ήταν και το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής και της ανοχής της χρηματιστικής κερδοσκοπίας, προκάλεσε τελικά σοβαρές οικονομικές κρίσεις, αρχικά με την ασιατική κρίση του 1998, αργότερα με την κρίση στην Λατινική Αμερική και τελικά με την έντονη κρίση που παρουσιάστηκε στις ΗΠΑ με το σκάσιμο της φούσκας των εταιριών που κινούνταν στην πρωτοπόρα τότε αγορά των υπολογιστών (dot-com). Η ανάκαμψη, που ακολούθησε τα παραπάνω, στηρίχθηκε στη δημιουργία μιας τεράστιας στεγαστικής φούσκας που φτιάχτηκε μέσω των στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime) και οδήγησε στη μαζική αποσταθεροποίηση του συστήματος. Ενός συστήματος που παραμένει βαριά πληγωμένο από την πιστωτική κρίση που εμφανίστηκε αρχικά το 2007 και συνεχίζει να διαπερνά την αμερικάνικη και παγκόσμια οικονομία, χωρίς να διαφαίνεται κάπου το τέλος της.

ακολουθεί 2ο μέρος που θα θίξει τα χαρακτηριστικά εκείνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Νομισματικής Ένωσης αλλά και του Ελληνικού κράτους που συνεβαλλαν στη σημερινή μας κατάσταση

2 σχόλια:

Anonymous είπε...

Είναι ο καπιταλισμός ρε ηλίθιε!!

Δημήτρης Μανωλίδης είπε...

συμφωνώ ρε νικόλα