Το nomikithess.gr είναι ένα σάιτ από τους και για τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Στο nomikithess μπορεί να δημοσιεύσει ο καθένας ο,τιδήποτε θέλει (ανακοίνωση, άρθρο κλπ) πατώντας απλώς δεξιά στην επιλογή "άποψη" ή στέλνοντας στο μέσω facebook ή μέιλ.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Αφιέρωμα: Οι αιτίες της κρίσης, όταν το πραγματικό* της κρίσης συναντά την πραγματικότητα του κοινωνικού μας οικοδομήματος. Του Δημήτρη Μανωλίδη

μέρος δεύτερο

Ευρώπη: Ευρωπαϊκή Ένωση και Ευρωζώνη

Την κατάσταση στα ευρωπαϊκά κράτη επιβάρυνε η Ευρωπαϊκή Ένωση και βεβαίως το νομισματικό της οικοδόμημα: η ευρωζώνη. Η ιδέα για μια ενωμένη Ευρώπη δεν είναι καινούργια. Οι Ρωμαίοι, ο Ναπολέων κι ο Χίτλερ είναι μερικοί από εκείνους που το επεδίωξαν, ο καθένας τους για τους δικούς του ιδιοτελείς λόγους. Μετά από πολλές και χρόνιες διαβουλεύσεις σχηματίστηκε το 1994 η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο της οποίας έγινε και η ΟΝΕ, η νομισματική ένωση της Ευρώπης και έτσι γεννήθηκε το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμά μας, το ευρώ.

Ζούμε λοιπόν σε μια ενωμένη Ευρώπη, τα σύνορα είναι ανοιχτά και οι μετακινήσεις κι οι μεταφορές πιο εύκολες, οι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί έρχονται πιο κοντά, συνεργάζονται και αίρονται οι προκαταλήψεις, τα κράτη ενισχύονται από κονδύλια κι επιδοτήσεις με στόχο την ανάπτυξή τους, ανάπτυξη οικονομική και πολιτιστική, τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και η δημοκρατία έχουν κατοχυρωθεί και προασπίζονται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι ισχύουν τα παραπάνω η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη μπορούν να θεωρηθούν επίσης υπεύθυνες για την κατάσταση της Ελλάδας.

Από τη μια η Ευρωπαϊκή Ένωση χτίσθηκε πάνω σε ξεκάθαρα νεοφιλελεύθερες αρχές επιβραβεύοντας για την εφαρμογή τους με κονδύλια: συνθήκες όπως του Μάαστριχτ και της Μπολόνια επιβάλλουν την ιδιωτικοποίηση των πάντων και την πλήρη απελευθέρωση των κεφαλαίων: όλα αυτά βεβαίως λειτούργησαν υπέρ των ισχυρών χωρών του άξονα που μπόρεσαν να επιβληθούν οικονομικά εις βάρος εκείνων της περιφέρειας.


Απ’ την άλλη η ευρωζώνη χτίσθηκε επίσης προβληματικά. Πρώτα απ’ όλα «υπάρχει μια μεγάλη θεσμική αντίφαση ανάμεσα στην ενιαία νομισματική πολιτική: υπάρχει μία κεντρική τράπεζα, ακολουθείται ίδια νομισματική πολιτική, δίνεται ίδιο επιτόκιο για όλους, και παρ’ όλα αυτά συναντάμε μια πολυδιάσπαση της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεκαέξι κράτη, το καθένα με το δικό του τρόπο να αντιμετωπίσει τις δημόσιες δαπάνες. Αυτή η αντίφαση εμφανίζεται σ’ όλα τα επίπεδα και στο επίπεδο των αποφάσεων, αλλά και στο επίπεδο των αγορών. [...] Δεκαέξι είναι στην ουσία (οι χρηματοπιστωτικές αγορές), οπότε το κάθε κράτος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο.» τονίζει ο καθηγητής οικονομικών Κώστας Λαπαβίτσας. Επομένως ούτε η Ευρώπη μπορεί να ασκεί δημοσιονομική πολιτική ούτε το κάθε κράτος νομισματική πολιτική. Είναι όμως ευρέως γνωστό ότι αυτές οι δύο πολιτικές είναι εκ των πιο αποτελεσματικών «όπλων» απέναντι στις κρίσεις και στην ύφεση. Στη περίπτωσή μας λοιπόν απαιτείται ένας δίχως υπερβολή τέλειος συντονισμός αυτών των δύο πολιτικών, κάτι που δεν το βλέπουμε να συμβαίνει καθώς ο καθένας, Ευρώπη κι Ελλάδα, έχουν διαφορετικές προτεραιότητες. Γενικότερα δεν μπορεί να υπάρξει μόνον οικονομική ένωση κι όχι πολιτική αφ’ ενός λόγω της απόκλισης συμφερόντων κι αφ’ ετέρου λόγω της αναμενόμενης αποτελεσματικότητας, εφόσον δεχόμαστε ότι η οικονομία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής. Αποφάσεις της πρώτης θα πρέπει απαραίτητα να στηρίζονται και να συμπληρώνονται από εκείνες της δεύτερης.



Το ευρώ λειτούργησε εκβιαστικά. Αποτέλεσε το ίδιο έναν κοινωνικό εκβιασμό προφανώς γιατί μην έχοντας μια χώρα τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να αποκτήσει οικονομική ευλυγισία με κανέναν άλλο τρόπο πέρα απ’ τη μείωση της αξίας της εργασίας. Μόνο δηλαδή με εσωτερικές υποτιμήσεις μπορεί μια ευρώ-χώρα να γίνει πιο ανταγωνιστική. Κάτι που η Γερμανία και οι βόρειες χώρες άρχισαν να κάνουν ήδη πριν από το ευρώ. Αντίθετα στις χώρες του νότου για διάφορους λόγους (κοινωνικούς, ιστορικούς, πολιτικούς, ίσως και συγκυριακούς) κάτι τέτοιο δεν συνέβη, οι, ήδη χαμηλοί στις περισσότερες περιπτώσεις, μισθοί δεν μειώθηκαν στο βαθμό που επέβαλλαν οι συνθήκες υψηλής ανταγωνιστικότητας. (Η ταξική μεροληψία του ευρώ μεταφράζεται και σε θεσμική μεροληψία όπως φάνηκε από το γεγονός ότι, όταν βρέθηκαν οι τράπεζες σε κρίση το 2008-2009, ο Ζ.Κ Τρισέ, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, ήταν ξεκάθαρος: επ’ ουδενί έπρεπε να αφεθούν οι τράπεζες να χρεοκοπήσουν. Όταν, όμως, τα κράτη βρέθηκαν σε δυσκολία, τέλος του 2009- 2010, εκεί τηρεί ρόλο παρατηρητή η ΕΚΤ κι αυτό το κάνει συνεχώς την τελευταία δεκαετία. Σε κάθε δύσκολη στιγμή στηρίζει τις τράπεζες, στηρίζει το ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά όχι το δημόσιο. Δεν πρόκειται επομένως για την Ευρώπη των λαών παρά για την Ευρώπη των κεφαλαίων.)



Έτσι το ευρωπαϊκό κέντρο έγινε ακόμα πιο ανταγωνιστικό από την περιφέρεια, και με την είσοδο στην κοινή αγορά του ευρώ αυτό μεταφράστηκε με πλεονάσματα στο ισοζύγιο συναλλαγών στο κέντρο, και δη στο λεγόμενο γαλλο-γερμανικό άξονα, και αντίστοιχα ελλείμματα στις χώρες της περιφέρειας.

Η ελληνική οικονομία έχει τις χαμηλότερες εξαγωγές ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (8% το 2002, ενώ 10% το 2000 και το 1990 και 13% το 1980) και χαμηλή και φθίνουσα σχέση ως ποσοστό επί των εισαγωγών (36% το 2002, ενώ 39% το 2000, 42% το 1990 και 49% το 1980) στην ΕΕ-15.Το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο είναι σταθερά αρνητικό και διευρύνεται, ακόμη και για τα αγροτικά προϊόντα, που κατέχουν τη 2η θέση, μετά τα βιομηχανικά προϊόντα, στην κλαδική διάρθρωση των ελληνικών εξαγωγών. Αντίθετα οι εισαγωγές αυξήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό.


Η μεγάλη πληγή στο έλλειμμα του εμπορικού αγροτικού ισοζυγίου είναι τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Το 2010 η αξία των εισαγωγών για κρέατα και παρασκευάσματα κρέατος έφτασε το 1,085 δισ. ευρώ και οι εξαγωγές ήταν μόνο 56,7 εκατ. ευρώ… Στα γαλακτοκομικά προϊόντα και στα αυγά η αξία των εισαγωγών ήταν το 2010 770,7 εκατ. Ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ότι μέσα στη δεκαετία 2000-2010 ο αριθμός των αγελαδοτρόφων μειώθηκε κατά 63,5%! Από 12.402 που ήταν το 2000 έφτασαν να είναι μόλις 4.623 το 2010. Φυσικά από τη μέση βγήκαν οι μικροί και μεσαίοι παραγωγοί αγελαδινού γάλακτος. Για εισαγωγές δημητριακών δαπανήθηκαν το 2010 541,5 εκατ. ευρώ. Το έλλειμμα για τα δημητριακά στο εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο ήταν το 2010 250 εκατ. ευρώ. Πριν την αναθεώρηση της ΚΑΠ το 1992 το γεωργικό εμπορικό ισοζύγιο στα δημητριακά ήταν πλεονασματικό.


Η κρίση των τελευταίων χρόνων μπορεί να σταμάτησε την αύξηση της ζήτησης και φρέναρε τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, όμως το ποσό που δαπανάται είναι σε κάθε περίπτωση δυσθεώρητο. Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, που επεξεργάστηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το 2009 η αξία των εισαγωγών ήταν 6,498 δισ. ευρώ και το 2010 ήταν 6,304 δισ. ευρώ. Δηλαδή, υπήρξε μια μικρή μείωση της τάξης του 3%.

Η χώρα, μια χώρα που ένα χρόνο πριν την είσοδό της στην ΕΟΚ το 1980 είχε πλεόνασμα στο αγροτικό ισοζύγιο περί τα 9 δισ. δραχμές, άρχισε να αποκτά ελλείμματα και τα εισαγόμενα αγροτικά προϊόντα να υποκαθιστούν τα ντόπια. Το αποτέλεσμα των ευρωπαϊκών μας επιλογών ήταν το 2010 το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο, να παρουσιάζει έλλειμμα 3 δισ. ευρώ!!!

Να σημειωθεί ότι το 1990 το έλλειμμα ήταν στα 152,2 εκατ. δρχ., (446.660 ευρώ) και το 2002 1,7 δισ. ευρώ, ενώ το 2006 έφτασε τα 2,1 δισ. ευρώ. Όσο για την αξία των εισαγωγών το 1990 ήταν 559,2 εκατ. δρχ. δηλαδή 1.641.085 ευρώ, το 2002 το ποσό έφτασε τα 4,7 δισ. ευρώ και το 2006 τα 5,9 δισ. ευρώ.

Χαρακτηριστικός είναι ο πίνακας εισαγωγών κι εξαγωγών της  Γερμανίας στην Ελλάδα.

Έτσι η Ελλάδα έχασε άλλη μια σημαντική πηγή εσόδων, τις εξαγωγές. Όλα αυτά δυσχεραίνουν την αντιμετώπιση του χρέους, όχι μόνο λόγω της μεγάλης μείωσης των πάλαι πότε εσόδων από τις εξαγωγές κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικών ελληνικών προϊόντων ούτε λόγω της αντικατάστασης των χρημάτων αυτών από νέα δανεικά. «Καθώς η αξία του κληρονομηθέντος δημόσιου χρέους παραμένει αμετάβλητη, αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη αντίφαση στο πλαίσιο της στρατηγικής της εσωτερικής υποτίμησης: Όσο περισσότερο οι χώρες μειώνουν τους μισθούς και το κόστος, για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές και να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, τόσο βαρύτερο γίνεται το χρέους τους σε σχέση με το ΑΕΠ. Αυτή η αύξηση του βάρους του χρέους απαιτεί, με τη σειρά της, περισσότερες περικοπές των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φόρων για την εξυπηρέτηση του χρέους. Και πάλι, αυτό απαιτεί μια επιπλέον εσωτερική υποτίμηση, γεγονός που αυξάνει περαιτέρω το βάρος του χρέους και ούτω καθεξής. Έτσι οδηγούμαστε σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης. Συνεπώς, η προσπάθεια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (με οποιοδήποτε κόστος) με στόχο την περαιτέρω αύξηση των ελληνικών εξαγωγών δεν θα είναι παρά μόνον μια πύρρειος νίκη, δηλαδή μια νίκη πολύ δαπανηρή για το βιοτικό επίπεδο και την εγχώρια κατανάλωση.» τονίζει ο καθηγητής Οικονομικών Μωυσής Σιδηρόπουλος.

Υπάρχει απ’ την άλλη η μομφή ότι το ευρώ αποτελεί έναν δούρειο ίππο του νεοφιλελευθερισμού στη χώρας μας, με την έννοια ότι συνέβαλε στην πλήρη ένταξη της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή, συνέδραμε στην άρση κάθε εμποδίου στην ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και όξυνε τον ανταγωνισμό. Δεν έχουν άδικο. Και τα αποτελέσματα είναι σε γενικές γραμμές ολέθρια. Ο τραπεζικός κι ο εφοπλιστικός τομέας ευνοήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό από αυτό. Tο ευρώ δεν ήταν καθόλου καταστροφικό για τις τράπεζες που μπορούσαν να το φθηνό δανεισμό για να τροφοδοτήσουν μια καταναλωτική και στεγαστική φούσκα, για τις πολυεθνικές εταιρίες που μπορούσαν να αποκτήσουν εισαγωγική διείσδυση, για τις επιχειρήσεις που επεδίωκαν επέκταση στα Βαλκάνια διαθέτοντας «ισχυρό νόμισμα», για τα εύπορα κοινωνικά στρώματα που ήθελαν απρόσκοπτα να κάνουν επενδύσεις ή καταθέσεις στο εξωτερικό. Ούτε ήταν καταστροφικό για τους εργοδότες που εκμεταλλεύτηκαν την έκθεση στο διεθνή ανταγωνισμό ως μοχλό για να επιδεινώσουν τις συνθήκες εργασίας και να συμπιέσουν το  πραγματικό κόστος εργασίας. Αντίθετα όμως οι υπόλοιποι εκτέθηκαν στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ενώ τεράστια ελληνικά κεφάλαια απέδρασαν από την Ελλάδα δίχως να σημειωθεί αντίστοιχη εισροή ξένων κεφαλαίων.



 Γράφημα 1: Με κόκκινο τα κεφάλαια χωρίς Άμεση Ξένη Επένδυση, δηλαδή δάνεια
ή επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Με μπλε τα επενδυτικά ξένα κεφάλαια.
Τέλος, το ευρώ είναι ένα σκληρό νόμισμα. Καμία η σχέση του με την πάλαι ποτέ δραχμή. Όμως η ισχύς του νομίσματος μιας χώρας βασίζεται κατά κύριο λόγο στην ισχύ της οικονομίας της. Είναι λοιπόν η δυναμική της ελληνικής οικονομίας αντίστοιχη της δυναμικής του ευρώ; Προφανώς όχι. Μοιάζει με την περίπτωση της Αργεντινής η οποία προσπάθησε να ισοσταθμήσει το πέσος με το δολάριο, κίνηση που απέβη τελικά μοιραία.

Ελλάδα

Αναμφίβολα όμως μεγάλο μερίδιο της ευθύνης για την παρούσα κατάσταση αναλογεί και στους Έλληνες. Κατά τη γνώμη μου η αναζήτηση των αιτιών της κρίσης στην Ελλάδα ως προς τις ευθύνες της ίδιας της Ελλάδας (τις "εγχώριες ευθύνες") θα μπορούσε να βασιστεί στα εξής τρία υποκείμενα: λαός-πολιτική τάξη-πλούσιοι {αν και η λέξη πλούσιοι είναι κάπως γενική και αόριστη αναφέρεται σε πολύ συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες που κατά καιρούς άλλαζαν ονόματα (κοτζαμπάσηδες, πρόκριτοι, γαιοκτήμονες, αστική τάξη, καπιταλιστές κλπ) αλλά απαρτίζονταν από ίδια άτομα και τις οικογένειές τους}.

Τρεις (επίσης) λέξεις συνοδεύουν το Ελληνικό κράτος απ’ τη γέννησή του το 19ο αιώνα και (πιο συγκεκριμένα) περιγράφουν και τις σχέσεις μεταξύ των παραπάνω υποκειμένων αλλά και απέναντι στο ξένο παράγοντα: χρέος-διαφθορά-πελατειακές σχέσεις.


Όσον αφορά στο πρώτο, όλοι γνωρίζουμε λίγο πολύ για τα "φιλελληνικά" δάνεια για τις ανάγκες πρώτα του πολέμου κι έπειτα της οργάνωσης των επαναστατημένων περιοχών σε κράτος. Πέρα απ’ το γεγονός ότι τα δάνεια αυτά είχαν μεγάλα επιτόκια, τα δανεισθέντα ποσά έφθασαν μισά στη χώρα λόγω των… «μεσαζόντων» που υπεξαίρεσαν προκλητικά μεγάλα ποσά. Αυτό βέβαια συνεχίστηκε δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου η νεοσύστατη Ελλάδα δανειζόταν συνεχώς για να αποπληρώσει εγκαίρως τα τεράστια για το μέγεθος της οικονομίας της χρέη. Έτσι το κράτος οδηγήθηκε σε διαδοχικές πτωχεύσεις και εθνικές ταπεινώσεις που  οδηγούσαν στην εξαθλίωση του λαού αλλά και στην εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τα εθνικά και διεθνή οικονομικά κέντρα ισχύος. Ο φαύλος κύκλος του χρέους συνεχίστηκε και τον 20ο αιώνα και φθάνει μέχρι σήμερα.



Παράλληλα με όλα αυτά είχαμε μια πολιτική τάξη της οποίας τα…αιώνια μέλη έταζαν ρουσφέτια για όταν με την ψήφο του λαού θα αποκτούσαν την κρατική εξουσία. Ανταγωνίζονταν λοιπόν για τη νομή του κράτους προκειμένου όταν την αποκτήσουν να "δωροδοκήσουν" τους ψηφοφόρους και να διαιωνίσουν τη θέση τους. Έτσι αναπτύχθηκαν πελατειακές σχέσεις οι οποίες αποτέλεσαν θεμέλιο της κοινωνικής και πολιτικής υπόστασης της Ελλάδας. Απ’ την άλλη δε υπήρχε και ο βασιλιάς, ο διαχρονικός τοποτηρητής των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων στην Ελλάδα.

Οι πατριαρχικές/προκαπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις σε συνδυασμό με τους μοντέρνους για την εποχή κοινοβουλευτικούς θεσμούς, την καθολική ψήφο και την αστική δημοκρατία θεωρούνται από πολλούς η βασική αιτία για την ανάπτυξη των σχέσεων αυτών. Επομένως ουδεμία κουβέντα για ανάπτυξη με την ευρεία του όρου έννοια, παρά μόνο διαφθορά, διαπλοκή και κακοδιαχείριση. Αυτά οδήγησαν σε μια ανορθολογική οικοδόμηση του κράτους. Ενός κράτους γραφειοκρατικού και αντιπαραγωγικού χτισμένου μόνο πάνω στις ιδέες του ελληνισμού και της ορθοδοξίας. Παράλληλα με την εξυπηρέτηση του ιδίου συμφέροντος η πολιτική τάξη φάνηκε ιδιαίτερα δεκτική στις απαιτήσεις του ξένου παράγοντα απ’ τη χώρα μας αλλά και στις απαιτήσεις των ντόπιων πλουσίων οι οποίοι ήθελαν να διατηρηθούν στην κορυφή της κοινωνικοοικονομικής πυραμίδας της Ελλάδας. Αρχικά βεβαίως οι ίδιοι ταυτίστηκαν με την πολιτική τάξη. Κοντολογίς ήταν οι ίδιοι η πολιτική τάξη. Κυρίως μετά τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν να διαχωρίζονται διακριτά, οπότε και η πολιτική τάξη απέκτησε περισσότερο ενδιάμεσο ρόλο. Μέχρι τότε επίσης οι πλούσιοι επιτελούσαν μια διαφορετική λειτουργία. Λειτουργούσαν επικουρικά στην εξυπηρέτηση των ξένων και σαφώς ισχυρότερων (εθνικών και διεθνών) συμφερόντων με αντάλλαγμα τη διατήρηση της τοπικής τους ισχύος.

Βγαίνοντας από τη δίνη του β’ παγκοσμίου πολέμου δόθηκε στο κατεστραμμένο Ελληνικό κράτος η ευκαιρία να αλλάξει αυτήν την κατάσταση. Αντ' αυτού η ηγεσία του διατήρησε τις προϋπάρχουσες δομές και αντί να προσπαθήσει να κάνει αμέσως μια νέα αρχή με τη συνδρομή όλων των Ελλήνων με στόχο την ανάπτυξη και την πρόοδο, βάλθηκε σε έναν σκληρό εμφύλιο πόλεμο που πέρα από τα κόστη σε ζωές και τις υλικές ζημιές καταδίκασε τον ελληνικό λαό σε μια διχόνοια σαράντα χρόνων, στην ύπαρξη πολιτών β’ κατηγορίας (ποιος λαός ευημερεί οικονομικά όταν δεν «ευημερεί» και κοινωνικά;) και το έστρεψε στην αγκαλιά πρώτα της Αγγλίας και ύστερα των ΗΠΑ. Έτσι η Ελλάδα μπήκε από νωρίς στην ψυχροπολεμική λογική. Η Αμερική με το σχέδιο Μάρσαλ εξασφάλισε στην Ελλάδα χρήματα τα οποία υποτίθεται θα πήγαιναν στην ανόρθωση νέων κοινωνικών δομών, στην επανεκκίνηση της οικονομίας και στη εκβιομηχάνισή της. Αντίθετα όμως τα λεφτά αυτά αφ’ ενός χρησιμοποιήθηκαν για την επιβολή των αμερικανικών συμφερόντων στην Ελληνική πολιτική, πολλές φορές με καθαρούς εκβιασμούς, (μάλιστα οι Αμερικάνοι ναρκοθέτησαν στην πραγματικότητα κάθε προσπάθεια εκβιομηχάνισης, ακόμα και πολιτικών που και ιδεολογικά συνέκλιναν μαζί τους και είχαν συνεργασθεί στο παρελθόν όπως ο Μαρκεζίνης, ώστε η Ελλάδα να μην απεξαρτηθεί ποτέ οικονομικά από το εξωτερικό και να συνεχίσει να εισάγει ό,τι χρειάζεται) ,  κι αφ’ ετέρου ένα πολύ μεγάλο μέρος τους σπαταλήθηκε σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Έτσι η λιγοστή ανάπτυξη που γνώρισε το ελληνικό κράτος ήταν στον αγροκτηνοτροφικό τομέα. Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να αποκτήσει ισχυρή βιομηχανική οικονομία παρά τις ευνοϊκές συνθήκες που υπήρχαν την εικοσαετία 1950-70, κατά την οποία η «δύση», μέρος της οποίας ήταν και η Ελλάδα, ευημερούσε και είχε σχεδόν μόνιμα θετικούς όλους της τους δείκτες.


Με όλα αυτά λοιπόν οι υπάρχουσες δομές του ελληνικού κράτους δεν άλλαξαν. Οι πελατειακές σχέσεις εξακολούθησαν να παίζουν κυρίαρχο ρόλο, η διαφθορά και η διαπλοκή κυριαρχούσαν και το χρέος συνεχώς μεγάλωνε. Οι ρίζες επομένως φτάνουν πολύ πιο μακριά από τη μεταπολίτευση.

Όσον αφορά στο χρέος, εκεί απλώς η ελληνική κοινωνία ακολούθησε το διεθνές σύστημα. Δεν είναι τυχαίο πως η μεγάλη εκτίναξή του συνέπεσε με μια παγκόσμια κρίση χρέους (τη δεκαετία του '80) Πλέον ΟΛΑ λειτουργούσαν με βάση το δανεισμό. Το ίδιο έκανε λοιπόν και το ελληνικό κράτος. Εν προκειμένω όμως η κατάσταση επιβαρύνθηκε από εγγενή χαρακτηριστικά όπως οι πελατειακές σχέσεις και η διαφθορά και βεβαίως το μοιραίο αποτέλεσμά τους που λέγεται κακοδιαχείριση. Μια ακόμα διαφορά ήταν βεβαίως ότι στην περίπτωσή μας ο δανεισμός ήταν κρατικός και έπειτα με τη μορφή παροχών έφτανε στους πολίτες. Αντίθετα στα περισσότερα δυτικά κράτη κυριάρχησε ο ιδιωτικός δανεισμός απ’ τις τράπεζες. Ως εκ τούτου προφανώς «ζούσαμε με παραπάνω απ’ όσα είχαμε», μόλο που δεν ήμασταν η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Όλοι ζούσαν με παραπάνω απ' ό,τι στην πραγματικότητα είχαν.

Τίθεται πάντα το ερώτημα για το ποιες είναι οι ευθύνες του λαού για όλα αυτά. Τα φάγαμε όλοι μαζί, όπως προβοκατόρικα τόνισε ο Θόδωρος Πάγκαλος; Βεβαίως ο ελληνικός λαός συναίνεσε με αρκετούς τρόπους σε αυτήν την κατάσταση. Με την ψήφο, με το ρουσφέτι, με την ανοχή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως δύο πολύ βασικά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα το τι πήρε ο καθένας. Πήρε άραγε ο ελληνικός λαός τα ίδια με τα άλλα δύο υποκείμενα: την πολιτική τάξη και τους «πλουσίους»; Δεν υπάρχει κάποιος που να το πιστεύει στα σοβαρά, τουλάχιστον χωρίς να έχει συμφέρον να το πιστεύει. Οι  μίζες αλλά και οι επιπτώσεις από την κακοδιαχείριση (τα "διαφυγόντα κέρδη") της πρώτης απ' τη μια και οι σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του μεγάλου κεφαλαίου, οι αδιαφανείς κι απευθείας αναθέσεις έργων, οι υπερτιμολογήσεις έργων και άλλα τόσα των δεύτερων απ' την άλλη μετριούνται μόνο με δισεκατομμύρια. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο λαός ουκ ολίγες φορές αντέδρασε. Επαναστάτησε το 1843, το 1862 και το 1910. Πήρε τα βουνά το ‘41-‘44 και ξαναπολέμησε το ‘46-‘49, βγήκε στους δρόμους το 34 με 35 ,το 73 το 2010 και το 2012. Σίγουρα βέβαια θα έπρεπε να κάνει περισσότερα, όπως όμως και κάθε λαός θα όφειλε.

Επίλογος
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε ως ελληνική κοινωνία δεν είναι μονοσήμαντο. Είναι άτοπο να αναζητούμε τις αιτίες της κρίσης μονάχα στη δομή του νεοελληνικού κράτους και στις νοοτροπίες του νεοέλληνα ή μονάχα στη δομή της ευρωζώνης. Αντίθετα το πρόβλημα εκκινεί από παγκόσμιους οικονομικούς παράγοντες που βασίζονται στα θεμέλια των κοινωνικών σχέσεων όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, συνεχίζει με τους «τραυματικούς» τρόπους αντιμετώπισης των παραγόντων αυτών και καταλήγει στο επιμέρους στοιχείο του οικοδομήματος του ελληνικού κράτους. Επομένως η απάντηση στο πρόβλημα της κρίσης, θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε όλα τα παραπάνω στοιχεία του προβλήματος: από το ελληνικό κράτος στην ευρωζώνη και από το νεοφιλελευθερισμό στον ίδιο τον καπιταλισμό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: